Ατερμονας βροχος – Η ιστορια του ZX Microdrive

Μέρος 2ο

Τέντωσέ το!

Όπως όλα τα μέσα αποθήκευσης βασισμένα σε μιά πολύ στενή και λεπτή μαγνητική ταινία, έτσι και τα Microdrive cartridges, συσσώρευαν σκόνη και μόρια του μαγνητικού υλικού, ένα πρόβλημα που επιδεινώθηκε από την κίνηση της δύο χιλιοστών ταινίας και της πρόσθετης τριβής που προκαλούνταν. Η ταινία κινούνταν από μια λαστιχένια ροδέλα στον μηχανισμό του Microdrive, που πίεζε την ταινία μεταξύ αυτής και μιάς πλαστικής ρόδας μέσα στο cartridge. Με το που ξεκινούσε το Microdrive, η επιτάχυνση της ταινίας από το μηδέν στα 750mm ανά δευτερόλεπτο, προκαλούσε μεγάλο και απότομο τέντωμα στην ταινία σε τέτοιο σημείο, ώστε η ταινία έβγαινε έξω από το cartridge! Οι μετέπειτα εκδόσεις του Microdrive ενσωμάτωναν έναν πυκνωτή 22µF για να επιτρέψουν στο μοτέρ να έρθει πιο ομαλά σε πλήρη ταχύτητα λειτουργίας.

fig_1

 

Προβλήματα, προβλήματα, προβλήματα…

«Πιστεύω ότι ο Clive ξεκίνησε την παραγωγή του Microdrive πάρα πολύ σύντομα και η ποικιλία ποιότητας των κεφαλών και των ταινιών σήμαινε ότι η αξιοπιστία ήταν εξ’αρχής αμφισβητίσιμη. Εάν δοκιμάζατε μερικά Microdrives, θα μπορούσατε να βρείτε ένα καλό» θυμάται ο John Mathieson, ένας μηχανικός της Sinclair που εργαζόταν στις αρχές της δεκαετίας του 1980 παράλληλα με τον Ben Cheese και τον Martin Brennan, όχι όμως άμεσα εμπλεκόμενος στο πρότζεκτ του Microdrive. Σχεδίασε το ΖΧ Interface 2, το οποίο επέτρεπε στο ZX Spectrum να δεχτεί ROM cartridges.

fig_2Καθώς ο Brennan και ο Cheese εργάζονταν για να ολοκληρώσουν τα ηλεκτρονικά και το λογισμικό, άλλοι τεχνικοί υπό τον David Southward, βελτιστοποίησαν τη μηχανική λειτουργία του microdrive. Ο Brennan θυμάται έναν αγχώδη ρυθμό – «πηγαίνοντας να εργαστεί τα Σάββατα και τις Κυριακές μέχρι αργά τα περισσότερα βράδια» – αλλά χωρίς καμία συγκεκριμένη προθεσμία την οποία έπρεπε να προλάβουν.

Όχι ότι δεν υπήρξαν δύσκολες προκλήσεις που έπρεπε να ξεπεράσουν. Η υποσχόμενη ικανότητα αποθήκευσης των 100KB δεδομένων ήταν μία από αυτές. Χρησιμοποιώντας ένα αναλογικό μέσο αποθήκευσης, σήμαινε ότι ο Cheese θα έπρεπε να αντιμετωπίσει μια απόκριση συχνότητας που δεν ήταν σταθερή αλλά ποίκιλλε ανάλογα με την ταχύτητα με την οποία η ταινία περνούσε μπροστά από την κεφαλή ανάγνωσης. Η επιτάχυνση της ταινίας βελτίωνε την απόκριση, αλλά με κόστος τη χωρητικότητα αποθήκευσης για ένα δεδομένο μήκος μαγνητικού υλικού.

fig_3

Ο συνδυασμός των πιο πάνω, μαζί με τις αποδεκτές ανοχές στο μήκος της ταινίας και την ταχύτητα του μοτέρ, έθεσαν αμέσως τον Cheese και τον Brennan μπροστά σε μεγάλες δυσκολίες για την επίτευξη του στόχου των 100KB χωρητικότητας. Ο Cheese, υποστηριζόμενος από τον Brennan, διαφώνησε στο ότι η Sinclair έπρεπε να επιμείνει σε αυτό το μέγεθος χωρητικότητας και κατάφεραν να πείσουν τους Southward και Searle ότι η χωρητικότητα πρέπει να είναι τα 85KB, με τη προοπτική να είναι μεγαλύτερη εάν η ταινία και η κεφαλή ήταν τέλεια ευθυγραμμισμένα. Αυτή ήταν τελικά η χωρητικότητα που υποσχόταν η Sinclair για το Microdrive, όταν αυτό βγήκε στην αγορά τον Σεπτέμβριο του 1983.

Η απομυθοποίηση.

Ενώ τα microdrives πωλούνταν στις £49.95 και θεωρούνταν φτηνά, τα microdrive cartridges κόστιζαν £4.95 το καθένα και δεν ήταν καθόλου φτηνά! Αυτή ήταν η τριπλάσια τιμή μιας 5.25 δισκέτας! Η μεγάλη χωρητικότητα, που αρχικά θα ήταν 100KB, τελικά έφτασε να είναι «τουλάχιστον 85KB» με κάθε cartridge να αποθηκεύει μέχρι 200 τομείς (sectors) των 512 bytes.

Κάθε cartridge θα μπορούσε να αποθηκεύσει όχι περισσότερα από 50 αρχεία, και τα δεδομένα θα έπρεπε να μεταφερθούν στη μνήμη, να αλλαχτούν, να σβηστούν τα αρχικά δεδομένα και να γραφτούν τα νέα δεδομένα επάνω στην ταινία. Δεν υπήρχε κανένας τρόπος να τροποποιηθούν τα αρχεία άμεσα, αποτέλεσμα έλλειψης μιας αληθινής τυχαίας προσπέλασης δεδομένων από τα microdrives.

Η ίδια η Sinclair, στο εγχειρίδιο του Microdrive, παραδέχτηκε ότι «τα Microdrive cartridges δεν θα διαρκέσουν για πάντα και θα πρέπει τελικά να αντικατασταθούν. Το σύμπτωμα γήρανσης ενός cartridge είναι ότι ο υπολογιστής θα κάνει πολύ περισσότερο χρόνο για να βρει ένα πρόγραμμα ή ένα αρχείο πρίν το φορτώσει. Έτσι είναι μια καλή ιδέα να κρατηθούν αντίγραφα των σημαντικών προγραμμάτων και των αρχείων σας σε ένα άλλο cartridge ή σε μια κασέτα.»

Και τα ίδια τα microdrives είχαν προβλήματα. Η προσθήκη επιπλέον microdrives φαινόταν εύκολη. Απλά συνδέεις το ένα μετά το άλλο σε μια σειρά, χρησιμοποιώντας ένα pass through βύσμα. Έπρεπε όμως να τα βιδώσεις ανά δύο μεταξύ τους με μία πλαστική βάση, μη τυχόν και με κάποια ακούσια κίνηση του χρήστη, αποσυνδεόταν ένα ή περισσότερα microdrives, κράσαρε το σύστημα και χανόταν τα δεδομένα. Πρόβλημα διαπιστώθηκε και στον μικροδιακόπτη που χρησιμοποιήθηκε για να ελέγχει εάν ένα cartridge ήταν write-protected.

fig_4

 

Υπάρχει και ανταγωνισμός(?)!

fig_5Σύντομα το microdrive απέκτησε ανταγωνισμό. Η αμερικάνικη εταιρία Astec παρουσίασε το Wafadrive το καλοκαίρι του 1984 – το οποίο πουλήθηκε στην Αγγλία από την Rotronics – και περιελάμβανε δυο drives κασετών ταινίας των 16KB, 64KB ή 128KB. Αν και ήταν ακριβότερο από το microdrive της Sinclair – £130 για την ZX Spectrum έκδοση και £160 για την έκδοση του Commodore 64 – τα cartridges ήταν φτηνότερα και πωλούνταν στις £3.95 για την μεγαλύτερη χωρητικότητα. Επίσης πρόσφερε Centronics και RS232 interfaces. To cartridge περιείχε έναν βρόχο 5m ταινίας και η ταχύτητα της πρόσβασης μειωνόταν καθώς αυξανόταν η χωρητικότητα, δεδομένου ότι υπήρχε περισσότερο μήκος ταινίας που έπρεπε να προσπελαστεί. Συγκριτικά με το microdrive, παρ’όλο που ήταν πιο αργό, ήταν πιο ανθεκτικό στη χρήση, κυρίως λόγω της καλής κατασκευής των cartridges.

fig_6

Αυτό όμως που κανένα σύστημα δεν μπόρεσε να αντικαταστήσει ήταν η κλασσική κασέτα. Για σχεδόν όλους τους χρήστες των Microdrives, η χρήση τους περιορίστηκε στην αποθήκευση των προγραμμάτων και των δεδομένων τους. Λίγα software houses ήταν σε θέση να προσφέρουν προγράμματα σε Microdrive cartridges, τουλάχιστον έως ότου το Sinclair QL άρχισε να έχει καλές πωλήσεις και το οποίο είχε ενσωματωμένες δυο μονάδες microdrives. Το microdrive του QL αναπτύχθηκε από τον David Karlin, ο οποίος δίπλα στον Brennan παρακολούθησε την πρόοδο της ανάπτυξής του, ενώ το QL ήταν υπό σχεδιασμό.

The QL “issue”.

fig_8Το QL ανακοινώθηκε το 1984 και ενσωμάτωνε ένα ζευγάρι modified ΖΧ Microdrives και χωρίς να έχει interface κλασσικής κασέτας. Η ανυπαρξία ενός συστήματος μαζικού κοπιαρίσματος των cartridges, καθώς και τα “εύθραυστα” και “ντελικάτα” cartridges ήταν από μόνα τους ανασταλτικοί παράγοντες ακόμα και για μια μικρομεσαία εταιρεία παραγωγής software που έβλεπε ότι και μόνο η δημιουργία αντιγράφων σε microdrive cartridges, θα της στοίχιζε πολύ σε χρόνο και χρήμα. Και όλα αυτά προτού να λάβουν υπόψη το κόστος των cartridges, τα οποία ήταν διαθέσιμα από έναν και μόνο προμηθευτή: την Sinclair.

Υπήρξαν και άλλα προβλήματα. Τα μοτέρ των microdrives του QL, λειτουργούσαν 25% ταχύτερα από εκείνα του ZX Spectrum. Αυτό έκανε την αντιγραφή των cartridges ακόμα πιο δύσκολη, γιατί μεγαλύτερη ταχύτητα σήμαινε μεγαλύτερες τριβές και τελικά μεγαλύτερη φθορά της ταινίας. Επίσης αποδείχτηκε ότι τα QL microdrives ήταν “ευαίσθητα” στην σκόνη που λογικά κάποια στιγμή θα υπήρχε στον μηχανισμό τους αλλά και στην ταινία των cartridges. Σύμφωνα με τon Rodney Dale, «η αποστολή των QL’s στους αγοραστές, ήταν πολύ αργή γιατί κάθε ένα microdrive cartridge έπρεπε να δοκιμαστεί ότι λειτουργεί σωστά στο συγκεκριμένο QL!».

fig_7Σύμφωνα με τον Rick Dickinson, «ο Sinclair τρόπος»(“the Sinclair way”) να γίνονται τα πράγματα, σήμαινε ότι αντί να ξανασχεδιαστεί το microdrive έτσι ώστε να ταιριάζει στο εσωτερικό του νέου υπολογιστή, έπρεπε απλά τα ZX Spectrum microdrives να μπουν μέσα στο κουτί του QL. «Πολλά από τα προβλήματα του microdrive είχαν πραγματικά σχέση με το πουσάρισμα των ανοχών των υλικών» θυμάται. «Με διαφορετικά υλικά θα ήταν πιο αξιόπιστο. Για παράδειγμα θέλησα να σχεδιάσω ένα ολοκαίνουργιο πλαίσιο με ένα διαφορετικό υλικό για να βάλω τα δύο microdrives σε αυτό, αλλά επέμειναν ότι αφού είχαμε σχεδιάσει ήδη ένα πλαίσιο, τότε θα έπρεπε να χρησιμοποιήσουμε αυτό που έχουμε»

Το “όχι” των software houses.

Στις αρχές του 1984, το περιοδικό Sinclair User ανέφερε ότι είχαν πωληθεί μόλις 1000 Microdrives. Ανέφερε επίσης ότι δύο μόλις εφαρμογές χρησιμοποιούσαν το microdrive για αποθήκευση δεδομένων – το Masterfile της Campbell Systems και το Cash Controller της Richard Shepherd Software – αλλά πρόσθεσαν ότι «διάφορες επιχειρήσεις έχουν δείξει ενδιαφέρον για την αποθήκευση του λογισμικού τους σε Microdrive cartridge». Για τους περισσότερους games developers, η τεχνολογία του Microdrive ήταν πάρα πολύ ακριβή: οι νεαροί gamers που ήταν οι πελάτες τους, είχαν αρκετό χαρτζιλίκι για παιχνίδια κασετών, αλλά όχι για το νέο σύστημα αποθήκευσης της Sinclair. Αυτό είχε σαν συνέπεια να περιοριστεί ο αριθμός των παιχνιδιών που δημιουργήθηκαν για το QL, το οποίο η Sinclair το προώθησε σαν ένα επαγγελματικό υπολογιστή για σοβαρούς χρήστες.

Τον Ιούνιο του 1984, ο συντάκτης του περιοδικού Popular Computing Weekly, David Kelly επισήμανε ότι «Με τη χρησιμοποίηση Microdrives στο QL, η Sinclair διατρέχει τον κίνδυνο ο υπολογιστής της, να μην έχει επαρκή υποστήριξη software. Δεν μπορεί ο οποιοσδήποτε έχει γράψει ένα καλό πρόγραμμα για το QL, να πεταχτεί στις κοντινότερες εγκαταστάσεις κοπιαρίσματος, να φτιάξει μερικές χιλιάδες αντίγραφα και να αρχίσει να το πουλάει. Και αυτό γιατί η Sinclair έχει τον αποκλειστικό έλεγχο της κατασκευής και του κοπιαρίσματος των Microdrive cartridges!».

O Nigel Searle της Sinclair είχε πει στο περιοδικό Popular Computing Weekly: «Τα software houses με τα οποία έχουμε υπογράψει μέχρι στιγμής συμβόλαια, ετοιμάζουν προγράμματα που θα πωληθούν γύρω στις £40, έτσι η τιμή του cartridge δεν είναι τόσο σημαντική». Και «Δεν θα διαφωνούσα με το ότι η τρέχουσα τιμή των cartridges είναι πάρα πολύ υψηλή. Αλλά πρέπει να ισορροπήσουμε την προσφορά και την ζήτηση». Αποκάλυψε επίσης ότι η Sinclair κατασκεύαζε 100.000 cartridges μηνιαίως αλλά ο στόχος ήταν να αυξηθεί ο αριθμός σε 40 εκατομμύρια(!) ετησίως, σημείο στο οποίο, η τιμή θα μειωνόταν.

Πράγματι, στις αρχές του 1985 η Sinclair έριξε την τιμή των cartridges στις £1.99, για να την εναρμονίσει με τις τιμές των δισκετών. «Ελπίζουμε ότι η τεχνολογία των Microdrives, θα συνεχίσει να είναι η προτιμώμενη μέθοδος αποθήκευσης δεδομένων για τους χρήστες του ZX Spectrum Plus και QL. Και με τη νέα τιμή, τα software houses θα είναι σε θέση να εκμεταλλευτούν πλήρως αυτό το μέσο» δήλωσε ο Sir Clive Sinclair στο δελτίο τύπου.

fig_9

Η πτώση.

Αλλά δεν ήταν γραφτό να γίνει. Ναι μεν το software για Microdrive ήρθε σε μεγαλύτερους αριθμούς, χάρη στη περικοπή της τιμής των cartridges, αλλά χωρίς να πλησιάσει σε καμιά περίπτωση τον αριθμό των προγραμμάτων σε κασέτα.

Η Sinclair ανέστειλε την παραγωγή του QL το 1985 για να εξοικονομήσει κάποια χρήματα – η επιχείρηση ανέφερε £18.3 εκατομμύρια απώλειες για το τρέχων έτος – και ως τις αρχές του 1986 έλεγε στους δημοσιογράφους ότι είχαν πωληθεί 150,000 QL’s. Όμως όταν η Amstrad αγόρασε την παραπαίουσα Sinclair το 1986 για £5 εκατομμύρια, “σκότωσε” και τυπικά, το QL και τo Microdrive. H Amstrad χρησιμοποιούσε δισκέτες 3 ιντσών στα μηχανήματά της και ήθελε αυτό το μέγεθος δισκέτας να το προτυποποιήσει και σε άλλους υπολογιστές, για να επιτύχει χαμηλότερες τιμές αγοράς των disk drives 3 ιντσών.

fig_10

Αλλά και η δισκέτα 3 ιντσών της Amstrad, θα ακολουθούσε την ίδια πορεία όπως και το Microdrive, όπως και πιο παλιά η δισκέτα 5.25 : η βιομηχανία τελικά, θα υιοθετούσε το πρότυπο της δισκέτας των 3.5 ιντσών, όπως έγινε και για τα 16bit Commodore Amiga και Atari ST, όπως και για μια σειρά υπολογιστών από το Mac μέχρι τα συνεχώς αυξανόμενα σε αριθμό πωλήσεων ΙΒΜ PC και συμβατά.

Επίλογος.

Κρίνοντας εκ των υστέρων, τεχνολογικά το Microdrive, ήταν ένα αδιέξοδο όσον αφορά την εξέλιξη των αποθηκευτικών μέσων. Εν μέρει, η αποτυχία του οφείλεται πρωτίστως στον ερασιτεχνισμό της Sinclair να υπερβάλλει στις ανακοινώσεις της για τις δυνατότητες του microdrive, στη βιασύνη της να το βγάλει στην αγορά και δευτερευόντως στο ότι ήταν ένα αναλογικό μέσο αποθήκευσης, που από μόνο του αυτό συνεπαγόταν πολλά προβλήματα στην υλοποίησή του. Αυτό όμως δεν μειώνει κατ’ελάχιστο την καινοτομία της τεχνολογίας, ούτε και τις προσπάθειες των Ben Cheese, John Williams, Martin Brennan, Rick Dickinson και Jim Westwood να δημιουργήσουν ένα αξιόπιστο και βιώσιμο σύστημα αποθήκευσης για τους home υπολογιστές. Ίσως με μια πιο έξυπνη συνολικά διαχείριση, το πρότζεκτ Microdrive να γινόταν τελικά μια επιτυχία. Αλλά αυτό δε θα το μάθουμε ποτέ.

chriskgnr

chriskgnr

Γεννημένος στη Θεσσαλονίκη, η μοίρα τό'φερε εγώ ο Παοκτσής να βρίσκομαι χρόνια τώρα στον Πειραιά! Φανατικός Sinclair QL και Acorn user, πωρωμένος adventurάς με αμέτρητες ώρες και ξενύχτια πάνω από μία Α500 προσπαθώντας να λύσω γρίφους των adventures games... Τα PC? Αναγκαίο "κακό". Και φυσικά, Ν64 rules!

19 thoughts on “Ατερμονας βροχος – Η ιστορια του ZX Microdrive

  • dR_wH0
    December 9, 2014 at 11:54 am
    Permalink

    Αυτή η *βιασύνη* των εταιριών τότε, να βγάζουν βιαστικές ανακοινώσεις και να υπόσχονται λαγούς με πετραχίλια ήταν ένας απο τους παράγοντες που τις έσπρωξαν στο κατήφορο. Και η Commodore έταζε το νέο της GPU το ΑΑΑ, αλλά τζίφος…

    Φοβερό το article σου φίλε Chris. Πάντα τέτοια 🙂

    • nkary
      December 9, 2014 at 2:55 pm
      Permalink

      Ποιο καλό παιζάκι θα κάνει ένα αφιερωματάκι στο τάχα VGA killer, AAA????

      • dR_wH0
        December 9, 2014 at 6:11 pm
        Permalink

        Θα ξεσκονίζω τα κοιτάπια μου να δώ τι *υλικό* μπορώ να ετοιμάσω 🙂

  • nkary
    December 9, 2014 at 2:54 pm
    Permalink

    Μπράβο Χρήστο
    Πολλές λεπτομέρειες. Άντε να μάθουμε και κάτι άλλο εκτός από πομοντόρια και πατάρια 😉

  • chriskgnr
    December 9, 2014 at 5:12 pm
    Permalink

    Ευχαριστώ παίδες! Όσο για το ΑΑΑ chipset τι να πεί κανείς? Εδώ το AGA ήρθε αργά, λογικό δεν ήταν το ΑΑΑ να μην έρθει ποτέ? 🙂

    • nkary
      December 9, 2014 at 7:46 pm
      Permalink

      χαχαχαχα μου θέλανε και AAA
      Ρε 486 rulez ρεεεεεεεεεε

      • dR_wH0
        December 9, 2014 at 9:48 pm
        Permalink

        Βασικά – για να είμαστε αντικειμενικοί – το ΑΑΑ δεν βγήκε ποτέ. Δεν βγήκε ποτέ, γιατί ΟΤΑΝ πια θα έβγαινε στην αγορά, δεν θα έφερνε την επανάσταση, αλλά θα έπαιζε στα ίσα τις γραφικές δυνατότητες των PC. Γιαυτό το project κρίθηκε “μή κερδοφόρο” άρα στο ράφι.

  • geoanas
    December 9, 2014 at 5:46 pm
    Permalink

    Μπράβο Χρήστο ! Το άρθρο σου είναι πληρέστατο και πραγματικά διδακτικότατο !
    Ευχαριστώ για τον κόπο σου !

  • December 9, 2014 at 10:07 pm
    Permalink

    Eξαιρετικο το 2ο μερος!!!!Mπραβο Χρηστο!!Να προσθεσω και εγω κατι:
    α)το microdrive δεν ηταν εφευρεση της sinclair,οπως παλαιοτερα πιστευα αλλα το πρωτοπαρουσιασε η εταιρια Exatron αρχικα για συστηματα S-100 και κατοπιν για το Trs-80 model 1…περισσοτερα εδω:[url]http://www.trs-80.org/exatron-stringy-floppy/[/url]
    β)Tο “The sinclair way” ουτε αυτο ηταν πρωτοτυπια της sinclair αφου ο Jack Tramiel (αλλος πρωτοπορος….) αναγκασε τους τεχνικους του να βαλουν τον c64 στο κουτι του Vic-20

    • chriskgnr
      December 9, 2014 at 10:21 pm
      Permalink

      Ευχαριστώ Γρηγόρη! 🙂 Το microdrive της Exatron δεν το ήξερα. Ενδιαφέρουσες οι πληροφορίες στο link! Το “The sinclair way” είναι μάλλον way για τους τσαπατσούληδες! 🙂

  • December 10, 2014 at 10:21 am
    Permalink

    Εύγε Χρήστο!!!
    Πολύ καλό και επιμορφωτικό το 2ο μέρος του άρθρου σου για τα microdrives της Sinclair!!!

  • chriskgnr
    December 10, 2014 at 2:50 pm
    Permalink

    Ευχαριστώ Χρήστο και Φώτη! 🙂

  • December 10, 2014 at 3:06 pm
    Permalink

    Εξαρετικα ενδιαφερον το 2ο μέρος Χρήστο, και να τονισω επισης οτι το κειμενο σου ειναι πολυ καλογραμμένο και απολαυστικο, γεματο πληροφοριες και χωρις περιττα ή κουραστικά σχολια! Πολλά μπράβο!

  • turrican
    December 11, 2014 at 2:48 pm
    Permalink

    Ωραίος! Ένα μπράβο ξανά και από εμένα!
    Δυο σκέψεις για αυτά που διάβασα.
    Για άλλη μια φορά νιώθω δέος σκεπτόμενος την πίεση που ασκούνταν στους ταλαίπωρους μηχανικούς που έτρεχαν και δεν έφταναν ώστε να καλύψουν το “τμήμα δημοσίων σχέσεων”της εταιρίας τους. Αν και με το “αν” δε γράφεται ιστορία, εντούτοις το microdrive ήταν μια ενδιαφέρουσα ζαριά για την sinclair αφού ήταν τέτοια “η φύση του” ώστε οι πιο αισιόδοξοι θεωρούσαν ότι ήταν απίθανο να αποτύχει. Και πως θα μπορούσε να αποτύχει άλλωστε αφού λογικά θα πλασαριζόταν είτε σαν ένας φθηνός αντίπαλος του Disk drive ή (σε περίπτωση αποτυχίας του), ως το επόμενο βήμα της κασέτας. Κατά τη γνώμη μου η Sinclair πολέμησε και πίστεψε πολύ σε αυτό. Απόδειξη ότι προσπάθησε να το επιβάλει με κάθε κόστος, ακόμα και μέσω του άρματος της εταιρίας, το επόμενο βήμα των spectrum, το νέο super micro τον Sinclair QL (Θυμάστε τη sony το PS3 και το blu-ray;).
    Αν και προσπάθησε τελικά δε τα κατάφερε (συν ότι πρόσθεσε άλλο ένα καρφί στο φέρετρο του QL συμπαρασύροντας τον κάτω.). Δε θα ξεχάσω ποτέ τα αυτοκόλλητα που ανέφεραν “βελτιωμένα microdrives”
    στα κουτιά των νέας κοπής QL “

  • chriskgnr
    December 11, 2014 at 5:07 pm
    Permalink

    Thanks turrican! Ακριβώς όπως το είπες, ήταν μιά ζαριά το microdrive 50-50 να πετύχει. Η χρήση του όμως στο QL, πού θα ήταν ένα “επαγγελματικό μηχάνημα για σοβαρούς χρήστες”, ήταν ένας από τους λόγους που καταδίκασε τον υπολογιστή σε αποτυχία…

  • January 21, 2015 at 2:12 pm
    Permalink

    Πολύ κατατοπιστικό άρθρο! Σε ευχαριστούμε πολύ.

Leave a Reply