The Dig (Review)

The Dig cover

Developer: LucasArts
Publishers: LucasArts, THQ
Κυκλοφορία: 1995
Ειδος: Point & Click Adventure
Formats: Windows, MS DOS, Macintosh
Download: GOG, Steam


Πάντα ήθελα να αφιερώσω χρόνο στο “The Dig”. Απο τότε που διάβασα το review του σε κάποιο Ελληνικό περιοδικό (δεν θυμάμαι ποιο!) μου είχε κολλήσει στο μυαλό πως πρόκειται για ένα πολύ φιλόδοξο παιχνίδι, με έντονα κινηματο- γραφικά και αφηγηματικά στοιχεία. Επιτέλους η στιγμή έφτασε και φιλοτιμή-θηκα να διαπιστώσω τι είχε στο μυαλό του ο Spielberg, για αυτό το ομολογουμένως διαφορετικό adventure της Lucas Arts! Keep reading!

 

THE STORY SO FAR…

Η ιστορία του “The Dig” ξεκινάει την χρονιά 1989. Τότε, ο Steven Spielberg εργαζόταν για την τηλεοπτική σειρά-ανθολογία επιστημονικής φαντασίας “Amazing Stories”, την οποία δημιούργησε για λογαριασμό του τηλεοπτικού σταθμού NBC. Ένα από τα πιο φιλόδοξα σενάρια του Spielberg αφορούσε μια αρχαιολογική ανασκαφή σε έναν εξωγήινο πλανήτη. Δυστυχώς ο προϋπολογισμός της σειράς δεν επέτρεψε στον διάσημο σκηνοθέτη-σεναριογράφο να μετατρέψει την ιδέα σε επεισόδιο και έτσι το φιλόδοξο σενάριο μπήκε στην άκρη για αρκετά χρόνια. O Σπίλμπεργκ όμως βρήκε έναν τρόπο να φέρει την ιστορία του «στο φως», με λίγη βοήθεια από τον παλιό του φίλο George Lucas.

Ο δημιουργός του “Monkey Island” Ron Gilbert και ο βετεράνος της βιομηχανίας Noah Falstein είχαν αναπτύξει το “Indiana Jones And The Last Crusade” για λογαριασμό της LucasArts και ο Σπίλμπεργκ (λάτρης των adventures και των videogames γενικότερα) είχε εντυπωσιαστεί απο το αποτέλεσμα. Μια συνάντηση πραγματοποιήθηκε στο Skywalker Ranch μεταξύ των Spielberg, Lucas, Gilbert και Falstein. Διάφορες σκέψεις έπεσαν στο τραπέζι και το concept του “The Dig” άρχισε σταδιακά να παίρνει μορφή. Ο Σπίλμπεργκ οραματίστηκε ένα παιχνίδι ανάμεσα στις ταινίες “Forbidden Planet” και “The Treasure of the Sierra Madre”. Έναν Indiana Jones στο διάστημα! Στα χρόνια που ακολούθησαν η παραγωγή του “The Dig” ήταν γεμάτη προβλήματα και δυσκολίες. Ο Falstein αποχωρεί από το project και την θέση του παίρνει ο δημιουργός του “Loom”, Brian Moriarty. Το παιχνίδι στην αρχική του μορφή είχε αρκετά RPG στοιχεία, όπως την εύρεση νερού και φαγητού για την επιβίωση των πρωταγωνιστών, όμως τελικά κατέληξε ένα κλασικό point and click adventure.

To παιχνίδι κυκλοφορεί τελικά το 1995, μετά από 6 χρόνια συνολικά στην διαδικασία παραγωγής. Ο ηθοποιός Robert Patrick (“Terminator 2”, “X-Files”) ανέλαβε το voice over του κεντρικού χαρακτήρα. Ο ειδικός Τύπος της εποχής υποδέχεται το “The Dig” με ανάμικτα συναισθήματα.Αρκετά reviews εκθείαζαν το παιχνίδι, αλλά τα περισσότερα το θεώρησαν ως αποτυχημένη προσπάθεια. Παρ’όλα αυτά όμως, ακόμα και αν το “The Dig” δεν αγαπήθηκε όσο το “Full Throttle” ή το “Sam & Max”, έμεινε στην ιστορία ως ένα απο τα πιο ασυνήθιστα και ενδιαφέροντα παιχνίδια της Lucas Arts.

 

ΣΕΝΑΡΙΟ – ΧΑΡΑΚΤΗΡΕΣ – ΔΙΑΛΟΓΟΙ

Όλα ξεκινούν όταν το παρατηρητήριο του Borneo εντοπίζει έναν αστεροειδή να κατευθύνεται απειλητικά προς την Γη. Η κυβέρνηση βάζει σε εφαρμογή το σχέδιο αλλαγής πορείας του αστερο-ειδή με μια σειρά απο πυρηνικές εκρήξεις σε προσεκτικά επιλεγμένα σημεία (Armageddon κανείς;). Της αποστολής ηγείται ο διοικητής Boston Low, συνοδευόμενος από μια δημοσιογράφο, την Maggie Robins και έναν επιστήμονα, τον Ludger Brink. Δευτερεύων σκοπός του πληρώματος (και off the record όπως λέμε στα Ελληνικά) είναι η εξερεύνηση του εσωτερικού του αστεροειδούς, για τυχόν αποδείξεις εξωγήινης ζωής. H περιέργεια του πληρώματος είναι μεγάλη και η «ανάγκη» εξερεύνησης του αστεροειδή ακόμα μεγαλύτερη. Όταν το πλήρωμα ανακαλύπτει πως ο αστεροειδής είναι στην πραγματικότητα ένα… εξωγήινο διαστημόπλοιο, έχουμε και το βασικό «hook» του σεναρίου. Οι τρεις ήρωες καταλήγουν σε ένα άλλο ηλιακό σύστημα και σε έναν φαινομενικά εγκατελειμένο πλανήτη με «γήινες» συνθήκες. Ξαφνικά η εύρεση τρόπου διαφυγής και επιστροφής στην Γη γίνεται απόλυτη ανάγκη…Το σενάριο του παιχνιδιού δεν διεκδικεί δάφνες πρωτοτυπίας, ειδικά αν κάποιος επιχειρήσει να ασχοληθεί μαζί του σήμερα. Όμως περιγράφει και δημιουργεί τελικά, έναν κόσμο που σε προκαλεί να τον εξερευνήσεις. Η εξέλιξη και η αφήγηση έχουν σχετικά αργό ρυθμό όμως πάντα υπάρχει κάτι, για να κρατάει ζωντανό το ενδιαφέρον του παίχτη.

Η απεικόνιση του εξωγήινου πλανήτη έχει αποδωθεί με λεπτομέρεια και φαντασία.

Οι τρεις βασικοί χαρακτήρες έχουν πολλά κινηματογραφικά στοιχεία στις μεταξύ τους σχέσεις. Ο Low είναι ένας «βολικός» και πρακτικός τύπος συνηθισμένος να εκτελεί διαταγές, η Robbins είναι μαχητική και πάντα διακρίνεις μια νευρικότητα στις ατάκες της ενώ είναι πάντα πρόθυμη να υπερασπιστεί το επάγγελμα του δημοσιογράφου και τέλος ο Brink είναι πολύ σίγουρος για τον εαυτό του και τις γνώσεις του. Εύκολα τον χαρακτηρίζει κανείς «πομπώδη» σαν χαρακτήρα, ενώ εξελίσσεται σε έναν εριστικό, παράλογο και ειρωνικό τύπο. Απο νωρίς στο παιχνίδι μπορείς να καταλάβεις την ένταση και την δυναμικότητα στις σχέσεις των τριών πρωταγωνιστών, χαρακτηριστικά που αργότερα στο παιχνίδι έρχονται στην επιφάνεια ακόμα περισσότερο. Φυσικά σε όλο αυτό το «χτίσιμο» των χαρακτήρων και τον κινηματογραφικό τρόπο αφήγησης, βοηθάει το πολύ καλό voice acting σε συνδυασμό με τα προσεγμένα cut-scenes, που διέθεταν επιμελημένο για την εποχή animation  και μεγάλη λεπτομέρεια στις εκφράσεις των προσώπων. Μπορεί σε αρκετές περιπτώσεις η εξέλιξη του παιχνιδιού να φαίνεται «αργή», αλλά αν λάβουμε υπ’όψιν τον τρόπο με τον οποίο ήθελε ο Spielberg να παρουσιάσει την ιδέα και τις ταινίες απο τις οποίες επηρεάστηκε, διαπιστώνουμε πως το αποτέλεσμα τον δικαιώνει.

Το χιούμορ στους διαλόγους του “The Dig”, παρατηρούμε πως δεν μοιάζει με άλλα παιχνίδια της Lucas Arts όπως για παράδειγμα το “Sam & Max” και το “Monkey Island”. Συνήθως το χιούμορ στα παλιότερα παιχνίδια της εταιρείας, είναι φυσικά έξυπνο, αλλά συνεχώς υπενθυμίζει στον παίχτη πως παίζει ένα παιχνίδι, με σκοπό να ψυχαγωγηθεί. Στο “The Dig” δεν ισχύει αυτό. Το χιούμορ βεβαίως υπάρχει αλλά είναι διαφορετικό, πιο «ανθρώπινο» και πιο ρεαλιστικό. Το παιχνίδι χρησιμοποιεί τους διαλόγους με διαφορετικό τρόπο, ώστε να κρατήσει το ενδιαφέρον του παίκτη. Παίρνει τον εαυτό του στα σοβαρά και πολλές φορές ίσως καταφέρει να σας κάνει να αναρωτηθείτε για έννοιες όπως την «ανθρώπινη ύπαρξη», μέσα από το σενάριο και την αφήγηση του. Όπως ακριβώς μια καλογυρισμένη  ταινία.

 

ΧΕΙΡΙΣΜΟΣ – ΔΡΑΣΗ – ΓΡΙΦΟΙ

To gameplay του παιχνιδιού και ο χειρισμός έχει απλοποιηθεί, σε σχέση με άλλα παιχνίδια της Lucas Arts, κάτι που είναι ως έναν βαθμό θεμιτό για ένα point and click adventure. To interface αποτελείται απλά απο έναν κέρσορα σε μορφή σταυρού, ο οποίος χρωματίζεται μπλε σε κάθε αντικείμενο ή χαρακτήρα που το interaction είναι εφικτό. Όταν ξεκινάει διάλογος με κάποιον άλλο χαρακτήρα, εμφανίζονται στο κάτω μέρος της οθόνης όλα τα πιθανά θέματα προς συζήτηση σε μορφή εικονιδίων, μαζί με ένα ερωτηματικό και ένα θαυμαστικό. Κάνοντας κλικ στο ερωτηματικό o χαρακτήρας θέτει ένα ερώτημα, το οποίο δεν έχετε την δυνατότητα να το επιλέξετε ή να το δείτε απο πριν. Επιλέγοντας το θαυμαστικό, ο Boston υποτίθεται πως λέει κάτι «βαθυστόχαστο», χαρακτηριστικό που μου φάνηκε πως δεν έχει κανένα νόημα για τον απλούστατο λόγο πως ο Boston υποτίθεται πως είναι ο «regular guy» του παιχνιδιού και ποτέ δεν ξεστομίζει «ψαγμένες» ατάκες. Τα animation sequences εναλλαγής των χαρακτήρων από την μία οθόνη στην άλλη είναι εφικτό (ευτυχώς!) να παρακαμφθούν με διπλό κλικ. Μια ωραία προσθήκη είναι πως παρ’όλο που ο παίχτης χειρίζεται μόνο τον Boston Low, ο Brink και η Maggie σας συντροφεύουν στο μεγαλύτερο μέρος του παιχνιδιού. Με αυτόν τον τρόπο το παιχνίδι γίνεται αρκετά πιο ενδιαφέρον καθώς το συγκεκριμένο στοιχείο, δίνει την δυνατότητα της διαφορετικής προοπτικής στις καταστάσεις με τις οποίες έρχεστε αντιμέτωποι. Ένας έξυπνος τρόπος αξιοποίησης των NPCs, σε ένα adventure game.

Εξωγήινη τεχνολογία σου λέει μετά…

Ένα στοιχείο το οποίο βρήκα αρκετά ενοχλητικό, είναι η επανάληψη των διαλόγων και διαφόρων φράσεων απο τους χαρακτήρες. Όταν ένας διάλογος μεταξύ του Low και κάποιου άλλου χαρα-κτήρα τελειώσει και προσπαθήσετε να μιλήσετε ξανά μαζί του, θα διαπιστώσετε πως όλα τα διαθέσιμα θέματα προς συζήτηση είναι ακόμα εκεί, παρ’όλο που ο διάλογος ολοκληρώθηκε την πρώτη φορά. Αυτό κάποιες φορές μπορεί να παροκαλέσει κουραστική επανάληψη των ίδιων διαλόγων, κυρίως αν δεν θυμάστε ποια θέματα έχετε ήδη καλύψει! Επαναληπτικότητα παρατηρείται επίσης στις φράσεις που χρησιμοποιεί ο Boston κατά την διάρκεια εξερεύνησης του πλανήτη και της αλληλεπίδρασης με διάφορα αντικείμενα. Θα μπορούσε να υπάρχει μεγαλύτερη ποικιλία φράσεων, που θα έκανε πιο ευχάριστη την εξερεύνηση. Κανένα adventure game review δεν θα ήταν ολοκληρωμενο χωρίς αναφορά στους γρίφους, σωστά; Τους γρίφους του “The Dig” θα τους χαρακτήριζα με μία λέξη… «αφηρημένους». Η δυσκολία τους τολμώ να πω πως είναι ρυθμισμένη στα σωστά επίπεδα (εκτός από δυο-τρεις περιπτώσεις) ενώ τις περισσότερες φορές οι λύσεις που απαιτούνται βασίζονται στην λογική και είναι άμεσα συνδεδεμένες με το περιβάλλον και την τεχνολογία του πλανήτη στον οποίο βρίσκεστε. Το μοναδικό πρόβλημα είναι πως το παιχνίδι δεν σας δίνει ικανοποιη- τικό αριθμό στοιχείων τα οποία θα σας καθοδηγήσουν στην λύση ενός γρίφου και έτσι αρκετές φορές θα αναγκαστείτε να χρησιμοποιήσετε το γνωστό trial and error, προκειμένου να «ξεκολλήσετε». Δεν γνωρίζω αν το χαρακτηριστικό της έλλειψης «βοήθειας» για τους γρίφους, έγινε για να τονιστεί περισσότερο η αίσθηση της «μοναχικότητας» στο παιχνίδι, σίγουρα πάντως δεν βοηθά στην γρήγορη εξέλιξη του σεναρίου, ιδιαίτερα για τους μη υπομονετικούς παίχτες. Γενικά οι γρίφοι κυμάινονται σε μέσο-ανώτερο επίπεδο δυσκολίας και ελάχιστοι μπορούν να θεωρηθούν «παράλογοι» ή πολύ αυξημένης δύσκολιας, όπως πχ ο γρίφος με την συναρμολόγηση του σκελετού ενός αγνώστου προελεύσεως πλάσματος ή ο γρίφος με το «ποντίκι»!

 

 

ΓΡΑΦΙΚΑ – ΗΧΟΣ

Τα γραφικά του “The Dig” θεωρήθηκαν ξεπερασμένα από θέμα ανάλυσης ακόμα και 1995, την χρονιά κυκλοφορίας του παιχνιδιού. Την στιγμή που το “The Dig” κυκλοφόρησε στα καταστήματα, είχε ήδη αρχίσει η εποχή των SVGA γραφικών και δυστυχώς το παιχνίδι είχε μείνει πίσω σε θέμα ανάλυσης, λόγω των προβλημάτων κατα την διάρκεια της παραγωγής του. Όπως ήταν αναμενόμενο η VGA ανάλυση των 640×480 pixels δεν άφησε ευχαριστημένους αρκετούς reviewers της εποχής, οι οποίοι χαρακτήρισαν το παιχνίδι «παρωχημένο» σε θέμα γραφικής απεικόνισης. Τα πράγματα δεν είναι όμως ακριβώς έτσι κατα την γνώμη μου. Πράγματι η ανάλυση του “The Dig” είναι χαμηλή, ειδικά με τα σημερινά δεδομένα. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως δεν έχει γίνει αξιέπαινη προσπάθεια σχεδιαστικά. Η απεικόνιση ενός εξωγήινου πλανήτη με χρώματα ανάλυσης VGA, ήταν δύσκολη υπόθεση, αλλα το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό για τα δεδομένα της εποχής. Περίεργα αντικείμενα, «εναλλακτικά» κτίρια και «εξωγήινο» περιβάλλον, σχεδιασμένα όλα με τέτοιο τρόπο και λεπτομέρεια ώστε να μεταδίδουν την αίσθηση του «αγνώστου» στον
παίχτη. Τα sprites των αντικειμένων είναι λεπτομερή και έτσι ξεχωρίζουν εύκολα μεταξύ τους, ενώ το animation των cut scenes θυμίζει cartoon της τηλεόρασης. Αν πάντως αποφασίσετε να ασχοληθείτε με το παιχνίδι, προτιμήστε να το κάνετε χρησιμοποιώντας το ScummVM. Τα φίλτρα γραφικών που διαθέτει εξομαλύνουν σε μεγάλο βαθμό τις ατέλειες στα γραφικά (πχ pixels) και το παιχνίδι γίνεται αρκετά πιο «ευχάριστο» στο μάτι, ειδικά για τους νεότερους gamers. To soundtrack του παιχνιδιού είναι απλά εκπληκτικό. Συνθέσεις προσεγμένες, με φαντασία και απόλυτα δεμένες με το concept του παιχνιδιού. Συνθέτης είναι ο Michael Land ο οποίος έχει γράψει την μουσική και για άλλα παιχνίδια της Lucas Arts όπως το “Monkey Island”. Σύμφωνα με τον ίδιο, η μουσική του “The Dig” είναι σε μεγάλο βαθμό επηρεασμένη απο τις συνθέσεις του Wagner, ενώ το μεγαλύτερο μέρος της το ηχογράφησε με ένα K2000 synthesizer και μερικά ακόμη όργανα, ηχογραφημένα «ζωντανά». Πραγματικά αξιόλογη δουλειά στον τομέα της μουσικής, η οποία συμβάλει τα μέγιστα στην δημιουργία κατάλληλης ατμόσφαιρας στο παιχνίδι. Tα ηχητικά εφέ, ενώ δεν έχουν μεγάλη ποικιλία, είναι πειστικά και ηχογραφημένα σε πολύ καλή ποιότητα. Τέλος οι ambient ήχοι είναι και αυτοί απολαυστικοί και θα σας κάνουν αρκετές φορές να αναρωτηθείτε «από πού ακούστηκε αυτό» ειδικά αν φοράτε ακουστικά, καθώς γίνεται πολύ σωστή χρήση του στερεοφωνικού ήχου.

The Dig finale scene
Το finale του παιχνιδιού δεν απογοητεύει, θα μπορούσε όμως να είναι περισσότερο δραματικό…

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗ ΓΗ!

Παρ’όλο που το “The Dig” εκ πρώτης όψεως μοιάζει σαν ένα τυπικό point and click adventure παιχνίδι, η ενασχόληση μαζί του αποδεικνύει πως η συγκεκριμένη πρόταση δεν ισχύει απόλυτα. Στο
“The Dig” υπάρχει διάχυτη η αίσθηση της μοναξιάς και της μελαγχολίας, σε συνδυασμό με ένα «ρεαλιστικό» χιούμορ σε έναν «ρεαλιστικά» πλασμένο κόσμο. Αυτά τα στοιχεία είναι που κάνουν το παιχνίδι να ξεχωρίζει απο τον κατάλογο των παιχνιδιών της Lucas Arts και δίνει την αίσθηση πως «δεν ταιριάζει» με τα υπόλοιπα. Μοιάζει περισσότερο στο “Loom” και στο “Myst” (λόγω κυρίως της αίσθησης της μοναξιάς) παρά στο “Full Throttle” και στο “Grim Fandago”, χωρίς αυτό φυσικά να αποτελεί απαραίτητα αρνητικό στοιχείο. Φυσικά το παιχνίδι δεν είναι τέλειο. Έχει μερικά αρνητικά, ενοχλητικά στοιχεία που όμως δεν αφαιρούν τίποτα απο την μεγαλοπρέπεια του. Το σημαντικό είναι πως το “The Dig” καταφέρνει επιτυχημένα να ενσωματώσει μία ώριμη και «εκλεπτυσμένη» ιστορία επιστημονικής φαντασίας μέσα σε ένα ισορροπημένο και σταθερό interactive περιβάλλον. Σαν ένα βιβλίο που μπορείς να αλληλεπιδράσεις μαζί του. Σαν μια ταινία στην οποία συμμετέχεις έμμεσα. Με το “The Dig” ασχολήθηκα πολλές ώρες και με συνεπήρε η πλοκή του και η εξέλιξη της ιστορίας του. Ίσως τώρα να μιλούσαμε για ένα αριστουργηματικό adventure αν η παραγωγή του παιχνιδιού εξελισόταν ομαλά, χωρίς διακοπές και αποχωρήσεις μελών. Αυτό όμως δεν είναι παρα μόνο μια υπόθεση. Το “The Dig” είναι ένα κρυφό διαμάντι, το οποίο δεν εκτιμήθηκε όσο έπρεπε την εποχή κυκλοφορίας του. Έχει όλα όσα μπορεί να ζητήσει κανείς απο ένα adventure παιχνίδι και προσπαθεί να «πειραματιστεί» και λίγο παραπάνω. Μπορεί να μην
τα καταφέρνει απόλυτα καλά και ο χρόνος να έχει αφήσει πολλά σημάδια πάνω του, αλλά αν δεν είχατε ποτέ την ευκαιρία να του ρίξετε μια ματιά, κάντε το. Δεν θα σας απογοητεύσει. Πιστεύω
πως πολλά adventures θα έπρεπε να είχαν τολμήσει αυτό που το “The Dig” ξεκίνησε. Απλά η υπερβολική φιλοδοξία, τις περισσότερες φορές, οδηγεί στο κενό…

NiCkeD

NiCkeD

Αμετανόητος οπαδός του Amstrad και του Pc gaming (retro και όχι μόνο)! Μυημένος απο μικρός και στον κόσμο των κονσολών! Θεωρεί το gaming τέχνη και διαβάζει περιοδικά σαν μανιακός! Το iamretro είναι το νέο σπίτι του και αυτό το σπίτι έχει πολλά δωμάτια για εξερεύνηση!

7 thoughts on “The Dig (Review)

  • nkary
    December 13, 2016 at 3:10 pm
    Permalink

    Νίκο πολύ καλό το review σου, ίσως το καλύτερό σου. Το απόλαυσα!
    Το παιχνίδι δεν το έχω παίξει, αλλά πάντα το έχω στη λίστα με αυτά που θέλω κάποια στιγμή να ασχοληθώ.

    • NiCkeD
      December 13, 2016 at 3:23 pm
      Permalink

      Thanks Nick! Χαίρομαι που το διάβασες και φυσικά που σου άρεσε!
      Το The Dig το είχα και εγώ στα ‘to play’ για αρκετό καιρό! Σίγουρα αξίζει τον κόπο να το ξεκινήσει κάποιος!

  • geoanas
    December 13, 2016 at 6:16 pm
    Permalink

    Where did you DIG up that great adventure? 😛

    Μου θυμίζει κάποια μακρινά Χριστούγεννα, όταν είχα ξοδέψει άπειρες ώρες μέχρι την τελική του λύση… Εξαιρετικό Review, πραγματικό ταξίδι πίσω στο χρόνο!!!

    • NiCkeD
      December 13, 2016 at 7:17 pm
      Permalink

      Ευχαριστώ Geo! Glad you like it! Θυμάμαι τα περιοδικά της εποχής να το χαρακτηρίζουν ως απλά ‘καλό’ παιχνίδι και πάντα είχα την αίσθηση πως είναι αδικημένο. BUT… The hammer of justice swings down! 😀 😀

  • dR_wH0
    December 14, 2016 at 11:30 pm
    Permalink

    Ντάξει θα πώ και εγώ με την σειρά μου οτι το review είναι αρκετά καλό και με κάλυψε πλήρως. Με κάλυψε σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό απο αρκετά που είχα διαβάσει γύρω απο το The Dig.

    Θα επιλέξω όμως να το αγνοήσω σαν παιχνίδι, όπως το αγνόησα και όταν κυκλοφόρησε. Το θεωρώ ένα παιχνίδι, που ξεφεύγει απο το συνηθισμένο “μενού” της LucasFilm/LucasArts. That game should NOT exist under the Lucas brand 🙂

    • NiCkeD
      December 15, 2016 at 10:25 am
      Permalink

      Νταξει και εγω σε ευχαριστώ αρκετά για το σχόλιο Dr! 😀 Η αλήθεια ειναι πως πολλοί adventurαδες και μη, απέφυγαν το The Dig για τον λόγο που αναφέρεις ( αναφέρεται και μέσα στο review), το ότι δεν ‘συμβαδιζε’ δηλαδή τόσο σαν φιλοσοφία με τα υπόλοιπα παιχνίδια της Lucas Arts.

      • dR_wH0
        December 15, 2016 at 2:58 pm
        Permalink

        Κοίτα. Αν πείσω τον εαυτό μου, οτι ΔΕΝ είναι ενα adventure της LucasArts, τότε σίγουρα θα το παίξω!!!

Leave a Reply