Μια Χριστουγεννιάτικη ιστορία!

 Ο Αη Βασίλης έκατσε κάτω και έβαλε τα κλάματα. «δεν θέλω να κάνω άλλο πια αυτή τη δουλειά» τα ξωτικά γύρισαν και τον κοίταξαν με ένα βλέμμα απάθειας. «Κάθε χρόνο και χειρότερα». «Πιο χαρούμενα» είπε η γυναίκα Βασίλη η Βασιλίτσα. Τα ξωτικά άρχισαν να τραγουδούν χαρούμενα Χριστουγεννιάτικα τραγούδια. Κανένα όμως δεν έλεγε να πετάξει μια νότα, έτσι, με την καρδιά του. «Πιο χαρούμενα» αναφώνησε και πάλι η σύζυγος και ο Βασίλης δώστου να κλαίει… Τα ξωτικά συνέχισαν να τραγουδούν ενώ από τα χέρια τους περνούσαν lego, Barbie και i-phones. «Πιο χαρούμενα» συνέχισε η Βασιλίτσα και γύρισε μια σελίδα από την εφημερίδα της. Τα ξωτικά συνέχιζαν την σκληρή δουλειά και ο Βασίλης το κλάμα! Μια σελίδα γυρνάει ένα δάκρυ πέφτει και ένα παιχνίδι είναι έτοιμο να κάνει χαρούμενο κάποιο παιδάκι του 21ου αιώνα. «Πιο χαρούμενα!». Ένα ξωτικό γύρισε και κοίταξε την Βασιλίτσα και αμέσως μετά μια πληγή στο χέρι του. «Γαμώ τον καπιταλισμό μου γαμώ» αναφώνησε. Κανείς δεν το άκουσε. «Πιο χαρούμενα» η Βασιλίτσα, κλάμα ο Βασίλης και βλασφημία το ξωτικό. Αυτό κράτησε για ώρες, μην πω και μέρες. Όταν η εφημερίδα έφτασε στα ζώδια, η Βασιλίτσα έβγαλε ένα επιφώνημα απογοήτευσης και κοίταξε τον Αγ. Βασίλη. Ο καλός μου τον είχε πάρει ο ύπνος, είχε πλαντάξει στο κλάμα και σαν μωρό που είχε χάσει πια την όρεξη για προσοχή, τον πήρε ο ύπνος. «Πιο χαρούμενα». Ο Βασίλης πετάχτηκε μέχρι το ταβάνι και άρχισε και πάλι το κλάμα. «ούφ πια» του κανε η Βασιλίτσα. Σηκώθηκε και πήγε ως το καμαράκι τους. Γύρισε και κρατούσε ένα ποτήρι. «πιές αυτό να γιάνεις» Ο Βασίλης την εμπιστευότανε σε αυτά. Ο πατέρας της είχε κάνει βοηθός σε ένα ιατρείο και έτσι της είχε περάσει το μικρόβιο. Ο Βασίλης το κατάπιε μονομιάς, κοίταξε για λίγη ώρα την φωτιά στο τζάκι και έπειτα τα βλέφαρά του χαμήλωναν ολοένα μέχρι που σφράγισαν για ώρες.

 Η ατμόσφαιρα είχε αρχίσει να γίνεται εχθρική. Η γυναίκα είχε βαλθεί να τα τρελάνει. «χαρούμενα, γιατί δεν…» σκέφτηκε λιγάκι τη φράση της και συνέχισε, «γιατί δεν είστε χαρούμενα; Τι θέτε πια;» Τα ξωτικά αγνόησαν τα λόγια της και εκείνη συνέχισε παίρνοντας θάρρος από μόνη της. «Γιατί που να σας πάρει ο διάολος δεν είστε χαρούμενα;» Και πάλι σιωπή, αυτή τη φορά πιο έντονη. Ο Βασίλης ροχάλισε μια, ροχάλισε και δεύτερη και στην τρίτη η Βασιλίτσα επανέλαβε «Γιατί δεν είστε χαρούμενα; Τι θέτε για να είστε χαρούμενα;» τώρα τα ξωτικά κοιτάζονταν μεταξύ τους, αλλά κανένα δεν έπαιρνε τον λόγο.

  Πολλές σιωπές πέρασαν στο δωμάτιο, πολλά ροχαλητά ήχησαν. Κανείς δεν έλεγε να μιλήσει. Ένα ξωτικό μετά από σχεδόν 7 σιωπές είπε «Πιο χαρούμενα». Τα άλλα δεν το σκεφτήκαν και πολύ, και άρχισαν το τραγούδι. Λες και τώρα ήταν όλα τους πιο χαρούμενα. Λες και είχε κουρνιάσει στις καρδιές τους το πνεύμα των Χριστουγέννων, λες και τα είχε κυρίευσει η επιθυμία για λίγη αγάπη. Λες και θελαν να συγχωρεθούν οι αμαρτίες τους. Λες και τα λόγια του θεού πέρασαν από τα πλευρά τους. Λες και…

  Λίγες σελίδες πιο μετά σε ένα ημερολόγιο, έγραφε τα εξής: «… και τότε όλα μαζί αρχίσαμε το τραγούδι, οι καιροί είναι δύσκολοι και οι δουλειές είναι λίγες. Μπορεί να είναι ιδιότροποι αλλά και το ψωμί δεν μας έλειψε… η αλήθεια να λέγεται…ουφ! Γαμώ τον καπιταλισμό μου, γαμώ».

by manteli

manteli

manteli

Είμαι ανήσυχο πνεύμα! Γράφω για οτιδήποτε μου κινεί τον ενδιαφέρον! Το 'retro' είναι ένα από τα "θύματα" μου! :)

Σχόλια

2 Responses

  1. χχχμμμμ
    χχχχμμμμ χχχχχμμμμ
    Κάτι μου έρχεται να γράψω αλλά δεν το έχω πιάσει ακόμη. Αργότερα ίσως
    χχχχμμμμ!!!

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Γραφτείτε στο NewsLetter μας

Υποσχόμαστε να μην γεμίζουμε το mailbox σας με άθλιες προσφορές or / λοτταρίες για διακοπές στο Τιμπουκτού