ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ – ΜΑΝΟΣ ΚΑΡΚΑΛΕΜΗΣ

… Στα άρθρα που επιμελείται υπογράφει σαν “Λάτρης των adventure games, απολαμβάνει τη νέα άνθιση που συντελείται στο είδος τα τελευταία χρόνια, διασκεδάζοντας πολύ με όσους αρνούνται να δουν την πραγματικότητα, κάνοντας λόγο για παραμελημένη κατηγορία gaming, που υστερεί έναντι των υπολοίπων… “. Υπήρξε συντάκτης ενός απο τα ιστορικότερα περιοδικά του ελληνικού χώρου, συμμετείχε σε ηλεκτρονικά έντυπα της retro-κοινότητας, έχει γράψει reviews για κάθε είδους game, έχει κάνει hardware tests, μας έδωσε συμβουλές για τεχνικά (και όχι μόνο) προβλήματα με τον υπολογιστή μας, πραγματοποίησε υπερ αναλυτική ‘ανασκόπηση’ σε όλα τα περιοδικά του παρελθόντος σχετικά με PC και κονσόλες και συνεχίζει να αρθρογραφεί ασταμάτητα. Ο λόγος για τον Μάνο Καρκαλέμη. Ενημερωμένος, ειλικρινής και αναλυτικός όπου είναι απαραίτητο, απάντησε αδιαμαρτύρητα στις πολλές ερωτήσεις μου.

Read the Word of Manos!

–         Γεια σου Μάνο (ή αλλιώς manos426f)! Σε καλωσορίζω στο iamretro.gr! Ας αρχίσουμε με τα κλασσικά, πες μας λίγα λόγια για τον εαυτό σου: Καταγωγή, ενδιαφέροντα κι ό,τι άλλο θέλεις.

Ευχαριστώ θερμά για το καλωσόρισμα! Ονομάζομαι Καρκαλέμης Μάνος και αισίως είμαι στου δρόμου τα μισά για να κλείσω και το 35ο έτος της ηλικίας μου. Έχω γεννηθεί στην Αθήνα, με καταγωγή από τον Μούδρο της Λήμνου, την οποία Λήμνο φροντίζω και επισκέπτομαι, όποτε αυτό είναι εφικτό, κατά τις καλοκαιρινές διακοπές.

Πλην της ενασχόλησής μου με τα video games, μου αρέσει πολύ και το ποδόσφαιρο, οπότε παίρνω μέρος σε 6×6 αγώνες που διεξάγονται σε mini γήπεδα, ενώ στο μυαλό μου στριφογυρίζει πάντοτε η ιδέα να αποκτήσω εκ νέου μία enduro μηχανή, για να πραγματοποιώ χωμάτινες εξορμήσεις τα Σαββατοκύριακα σε Πάρνηθα, Βαρυμπόμπη κτλ.

–         Θυμάσαι πώς ξεκίνησε η σχέση σου με τα videogamesκαι τους υπολογιστές γενικότερα; Ποιο ήταν το πρώτο σύστημα που απέκτησες;

Όπως πολλοί άλλοι, πρωτοήρθα σε επαφή μαζί τους μέσω ενός Atari 2600, που μου έκανε δώρο ο νονός του αδερφού μου. Ο εν λόγω έρωτας κράτησε αρκετά χρόνια, έως ότου γνωρίστηκα με τον Atari 520STFM, που είχε ένας φίλος και γείτονας, αλλά και με την Amiga 500 που κάποια στιγμή απέκτησε ο διπλανός μου στο σχολείο και σημερινός μου κουμπάρος.

Τα PCs τα γνώρισα από το παλικάρι που έμενε στο διαμέρισμα της πολυκατοικίας ακριβώς κάτω από το σπίτι που κατοικούσα εγώ. Συνήθιζα να κατεβαίνω και να παίζουμε “Shinobi”, “Karnov”, “Bubble bobble” και άλλα παιχνίδια της εποχής. Εκεί που έπαθα πλάκα όμως, ήταν όταν αντίκρισα και άκουσα το “Prince of Persia”, της Broderbund και του μεγάλου Jordan Mechner. Τότε κατάλαβα ότι ήθελα οπωσδήποτε κι εγώ ένα PC, οπότε λίγο καιρό αργότερα απέκτησα έναν 80286 στα 12ΜHz (με το αξέχαστο turboκουμπί, που τον… εκτόξευε στα 16MHz!). Η συνέχεια επιφύλασσε μετάβαση σε 386DX/40, 486DX2/66 και μετά Pentium 2, Pentium 3 κτλ.

Τα adventure games μου συστήθηκαν μέσω ενός συμμαθητή στο φροντιστήριο αγγλικών. Μου περιέγραψε το “Hook”, της Ocean κι ενώ στην αρχή δε μου φαινόταν ενδιαφέρον, όταν το είδα στην Amiga με γοήτευσε κι άλλαξα τελείως άποψη. Έτσι λοιπόν δεν άργησε η αναζήτηση από μέρους μου κι άλλων πειρατικού περιεχομένου adventure games, οπότε μοιραία ανακάλυψα το “The Secret of Monkey Island”. Από ‘κει και έπειτα, όπως καταλαβαίνεις, μπήκε το νερό στ’ αυλάκι. Ο δε ξάδερφος μου, που είχε την ευχέρεια να διαθέτει πάντοτε τα state-of-the-art PCs της εποχής, φρόντιζε να μου αναζωπυρώνει συνεχώς το ενδιαφέρον, αφού στο σπίτι του πρωτοείδα σπουδαίους τίτλους, όπως τα “Monkey Island 2-Le Chuck’s Revenge”, “Larry” και “Darkseed”.

–         Πώς θα περιέγραφες τον ρόλο που παίζουν στην ζωή σου τα PC games και γενικότερα η τεχνολογία;

Το έχω ξαναπεί και παλαιότερα, νομίζω ότι όταν σταματήσεις να παίζεις, αφήνεις να χαθεί το παιδί που κρύβεις μέσα σου. Κακά τα ψέματα, εμείς οι άντρες όσα χρόνια κι αν φορτώνουμε στην πλάτη, επί της ουσίας δεν παύουμε ποτέ να είμαστε μεγάλα παιδιά. Μία διέξοδος κι ένας τρόπος να το εκφράσουμε αυτό είναι και τα videogames. Δε θέλω να σταματήσω να το κάνω και θέλω να πιστεύω ότι δε θα συμβεί κάτι τέτοιο. Ασφαλώς όσο περνάει ο καιρός καθίσταται ολοένα και πιο δύσκολο να αφιερώνεις χρόνο στο gaming, αλλά όλο και λίγη ώρα θα ξεκλέβεις, προκειμένου να μην κόψεις αυτόν τον σπουδαίο ομφάλιο λώρο.

Κατά τα άλλα, με την τεχνολογία έχω μία μάλλον χαλαρή σχέση. Εννοείται ότι το internet είναι αναπόσπαστο μέρος της ζωής και της καθημερινότητάς μου, αλλά με smartphones, tablets και λοιπά παραφερνάλια, δεν έχω ιδιαίτερη σχέση. Γνωρίζω πώς λειτουργούν, αλλά δεν έχουν καταφέρει να τραβήξουν το ενδιαφέρον μου.

–         Πώς ξεκίνησε η ενασχόλησή σου με τα adventure games; Ποιο χαρακτηριστικό του genre σε κάνει να το ξεχωρίζεις από τα υπόλοιπα; Ποιο adventure σε έκανε να κολλήσεις”;

Το πρώτο σκέλος της ερώτησης νομίζω απαντήθηκε ήδη. Αυτό που ξεχωρίζω στα adventure games είναι ότι μπορείς να κάτσεις να ασχοληθείς με ηρεμία μαζί τους, δίχως να απαιτούν γρήγορα αντανακλαστικά και χωρίς να εμπεριέχουν μάχες και χαρακτηριστικά άλλων ειδών, που δε προσφέρονται για όλες τις ώρες της ημέρας. Ταυτόχρονα, ένα καλό adventure game είναι ουσιαστικά σαν μία εν εξελίξει ταινία, στην οποία ο παίκτης παίρνει μέρος, καλούμενος όμως να σκεφτεί, να λύσει γρίφους και να οδηγήσει τον πρωταγωνιστή προς το κλείσιμο  της ιστορίας. Δε νομίζω ότι συγκρίνονται με οποιαδήποτε άλλη κατηγορία παιχνιδιών.

Πολλά είναι τα adventure games με τα οποία έχω κολλήσει, τόσο υπό την έννοια του ενδιαφέροντος, όσο και του χρονικού διαστήματος που απαιτήθηκε για να περάσω ένα δύσκολο σημείο. Εκείνο όμως που δε θα ξεχάσω ποτέ, είναι το “The Riddle of Master Lu”, της Sanctuary Woods. Σ’ ένα σημείο, όντας στο νησί του Πάσχα, έπρεπε ο πρωταγωνιστής να γεμίσει με νερό ένα κοχύλι ή ένα κυρτό, βαθύ, κόκκαλο, δε θυμάμαι ακριβώς. Μου πήρε δύο ολόκληρες εβδομάδες (!) για να το σκεφτώ και να το κάνω! Όταν το βρήκα δε, από τους έξαλλους πανηγυρισμούς μου, η μητέρα μου άρχισε να προβληματίζεται πολύ αναφορικά με τις επιδράσεις που είχαν τα video games στην υγεία του παιδιού της!

–          Ένα Top-5 με τα αγαπημένα σου adventures;

Αν και κλασσική, δύσκολη η ερώτηση. Αναγκαστικά θα σπάσω τις περιόδους στα δύο.

Από παλιά παιχνίδια ξεχωρίζω τα “The Secret of Monkey Island” (μαζί με το sequel του, το “Le Chuck’s Revenge”), “Indiana Jones and the Fate of Atlantis”, “Grim Fandango”, “Gabriel Knight 2-The Beast Within” και “Phantasmagoria”. Από νεότερα τα “Black Mirror 3”, “The Whispered World”, “Deponia”, “The Book of Unwritten Tales” και “Night of the Rabbit”.

Πρόσεξε, για κάποια εξ’ αυτών (π.χ. “Phantasmagoria” και “Black Mirror 3”) δε σημαίνει ότι θεωρώ πως ανήκουν στα καλύτερα του είδους, αλλά σ’ αυτό ακριβώς που με ρώτησες: Στα προσωπικά αγαπημένα, για διαφορετικό λόγο το καθένα.

–         Ποια είναι η άποψή σου για τις κονσόλες; Πιστεύεις ότι συμβάλλουν στην διάδοση των videogames ως σύγχρονο τρόπο ψυχαγωγίας; Είχες ποτέ κονσόλα;

Ξεκινώντας από το δεύτερο σκέλος της ερώτησης, εκτός του Atari 2600, είχα ένα Sony PSX, που κράτησα για μόλις 45-50 ημέρες, αφού κατάλαβα πολύ γρήγορα το λάθος που είχα κάνει κι επέστρεψα άρον άρον στα PCs.

Ασφαλώς οι κονσόλες συμβάλλουν στη διάδοση των video games, περισσότερο μάλιστα κι από τα PCs. Πέρα από την πλάκα που κατά καιρούς κάνουμε, μ’ όσα λέμε για να πειράξουμε τους κονσολάδες φίλους μας, εννοείται ότι δεν έχω ουσιαστικό πρόβλημα με τις κονσόλες. Άλλωστε, εδώ που τα λέμε, ποτέ ο πρώτος δεν είχε πρόβλημα με τον δεύτερο, πάντοτε το αντίθετο συνέβαινε!  Το μόνο που με ενοχλεί είναι να βλέπω εταιρίες που ανδρώθηκαν μέσα από το PC gaming να ανακοινώνουν PS ή XBOX exclusives. Ε, εκεί ομολογώ ότι τα “παίρνω” λίγο!

Με τον Χρήστο Κουβόπουλο και τον Φώτη (Fotis_KFOR) στο πλαίσιο της έκθεσης retro computers το 2011
Με τον Χρήστο Κουβόπουλο και τον Φώτη (Fotis_KFOR) στο πλαίσιο της έκθεσης retro computers το 2011

–         Γιατί πιστεύεις ότι έχει επέλθει αυτός ο διαχωρισμός των genres ανάμεσα σε κονσόλες και PC; Για παράδειγμα, είναι αδύνατον να παίξεις σοβαρό strategy, simulation ή adventure παιχνίδι σε μία κονσόλα, ενώ εξίσου δύσκολο είναι να παίξεις platform, fighting ή racing παιχνίδι σε PC. Φυσικά υπάρχουν τα παιχνίδια εξαιρέσεις, αλλά και οι emulators, αλλά ας αφήσουμε αυτά τα δύο στοιχεία έξω από την “εξίσωση”.

Βασικά, να σου πω την αλήθεια, δε συμφωνώ εξ’ ολοκλήρου μ’ αυτή την άποψη. Στο PC κυκλοφορούν πλέον πάμπολλα platform, fighting και racing games. Μπορεί να μην είδαμε ποτέ το “Gran Turismo”, υπάρχουν όμως άλλοι, αξιολογότατοι, τίτλοι, όπως τα “F1” και “Dirt” games της Codemasters, ενώ σύντομα θα καταφτάσουν και τα “Asseto Corsa” και “Project Cars”. Ομοίως, από fighting έχουμετην “Street Fighter 4” σειρά, το “Street Fighter X Tekken”, το νεότερο “Mortal Kombat”, το “King of Fighters XIII” καιτο “Injustice: Gods Among Us”. Για τα platform games ας μη μιλήσω καλύτερα με τίτλους, θα πω μόνο ότι εσχάτως έχει… βρωμίσει ο τόπος! Γενικά δε νομίζω ότι λείπει κάποιο genre από τους υπολογιστές, υπάρχουν επιλογές για κάθε γούστο!

Στις κονσόλες από την άλλη, μπορείς να παίξεις κάποια, έστω και λιγοστά, adventure games (π.χ. “Gray Matter”, “The Testament of Sherlock Holmes” και το πολύ πρόσφατο “The Raven-Legacy of a Master Thief”), αλλά ομολογουμένως λείπουν πολλοί άλλοι, ενώ υπολείπονται τραγικά σε strategy, simulationκαι RPG τίτλους. Προφανώς έχει να κάνει με το ηλικιακό κοινό που κατέχει τις κονσόλες, που δείχνει να προτιμάει δύο-τρεις κατηγορίες παιχνιδιών (action, FPS, sports), αλλά και με την επίγνωση, από μέρους των εταιρειών, ότι δίχως πληκτρολόγιο και ποντίκι δεν πας πουθενά.

Θα μου πεις «γιατί, πας για σοβαρή FPS εμπειρία με gamepad»; Όχι φυσικά, άσχετα αν κάποιοι προσπαθούν απεγνωσμένα να μας πείσουν για τ’ αντίθετο. Αφού όμως τα παιχνίδια της κατηγορίας επιτυγχάνουν υψηλές πωλήσεις στις κονσόλες, λογικό κι επόμενο είναι να δίνουν δυναμικά το παρόν, έστω κι αν σε πιθανή αναμέτρηση μεταξύ PC και console user, oδεύτερος δε θα χρειαζόταν παρά τρία-τέσσερα μόλις παιχνίδια για να νιώσει τελείως κουλός και να σταματήσει να προσπαθεί να μας πείσει για το ορθόν του να παίζεις τέτοια παιχνίδια με gamepad.

–         Είναι το digital downloadingτο τέλος του “παραδοσιακού” gaming; Η χαρά της αγοράς του “φυσικού” προϊόντος, το άνοιγμα του κουτιού και η τοποθέτηση του με τα “υπόλοιπα της συλλογής”, θα επανέλθει ποτέ; Τι πιστεύεις; Ποια η γνώμη σου για την πλέον διαδεδομένη “ενοικίαση” τίτλων μέσω Steam, Origin κλπ. Πώς σου φαίνεται η πολιτική που ακολουθεί το GoG;

Δυστυχώς ναι, φοβάμαι ότι βρισκόμαστε στο λυκόφως των retail εκδόσεων παιχνιδιών. Η ψηφιακή διανομή έχει υπερισχύσει κατά κράτος κι είναι απλά θέμα χρόνου να εκλείψουν τα αγαπημένα μας κουτιά, που βέβαια τη σήμερον ημέρα δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα DVD case και, στην καλύτερη, ένα ολιγόφυλλο manual. Δε νομίζω ότι θα υπάρξει γυρισμός, το θεωρώ μάλλον αδύνατο.

Σπεύδω να πω ότι βρήκα πολύ εύστοχη την τοποθέτησή σου περί “ενοικίασης” από Steam, Origin, Desura κτλ. Όντως έτσι είναι, πλέον δεν έχουμε κατοχή πάνω σ’ αυτό που πληρώνουμε και αγοράζουμε. Και δε μου αρέσει καθόλου αυτό, άσχετα αν –αναγκαστικά- έχω συμβιβαστεί με την όλη κατάσταση, ειδικά με την ευρεία χρήση του Steam. Το GoG, από την άλλη, το θεωρώ σαφώς πιο τίμια λύση, αν και πρέπει να ομολογήσω ότι προσωπικά δεν το έχω τιμήσει με αγορές.

–         Retrogaming. Είναι μόδα; Είναι παρελθοντολαγνεία; Είναι ψυχαγωγία; Είναι “ιστορία”; Ασχολείσαι; Θεωρείς πως κάποιος που παίζει μόνο retrogames, χάνει πολλά από την μη ενασχόλησή του με σύγχρονους τίτλους;

Είναι όλα αυτά μαζί.

Κατ’ αρχήν σκέψου ότι ζούμε την πρώτη εποχή του retro, αφού τώρα απέκτησαν τέτοιο χαρακτήρα οι παλαιότεροι τίτλοι. Είναι φυσιολογικό λοιπόν, όσο εξαπλώνεται σαν ρεύμα, να αποτελεί μόδα, να θεωρείται “cool” κι άλλα τέτοια.

Ύστερα, υπάρχουν και το άτομα της «παλιά ήταν καλύτερα» σχολής. Κι επιμένουν, προσκολλημένοι σ’ αυτή την πεποίθηση, ότι τα παλαιότερα παιχνίδια ήταν πολύ καλύτερα στο σύνολό τους. Λες και δε θυμόμαστε τις πατάτες που είχαν κυκλοφορήσει και τότε, ή δε βλέπουμε εκπληκτικά παιχνίδια και σήμερα. Ναι, αυτό το θεωρώ παρελθοντολαγνεία και μάλιστα πολύ κακής μορφής.

Ψυχαγωγία εννοείται ότι είναι, πόσω μάλλον από τη στιγμή που δίνει τη δυνατότητα σε έναν ηλικιακά νεότερο gamerνα ανακαλύψει πτυχές της πορείας της gamingκουλτούρας, αλλά και βιομηχανίας. Και φυσικά δε πρέπει να ξεχνάμε ότι δε γεννηθήκαμε όλοι στα ‘70s ή στα ‘80s, οπότε το retrogaming μπορεί έχει και ιστορικό χαρακτήρα, να αποδειχθεί δηλαδή πολύ χρήσιμο τόσο για τους πιο μικρούς, που δε προλάβανε ορισμένα διαμάντια του gaming, όσο και για τους… ιστορικούς του μέλλοντος!

Αν τώρα κάποιος ασχολείται αποκλειστικά και μόνο με retro παιχνίδια και δεν αγγίζει τίποτα νεότερο και σύγχρονο, γούστο του και καπέλο του, αλλά κάποτε θα πρέπει να ψάξει να βρει τους λόγους που συμβαίνει αυτό, διότι σίγουρα κάπου οφείλεται.

–         Περιέγραψέ μας την πορεία σου ως συντάκτης σε διάφορα περιοδικά του χώρου. Πώς ξεκίνησες και πού κατέληξες; Πώς προέκυψε η συνεργασία σου με το ιστορικό PC Master;

Η πορεία μου ομολογουμένως δεν είναι μακρά. Ξεκίνησα να γράφω σε ένα fanzine, ονόματι Phoenix, που αποτελούσε δουλειά των παιδιών του ιστότοπου Retromaniax.gr. Στη συνέχεια ενσωματώθηκα στην ομάδα του PC Master, στο τεύχος 240, Οκτωβρίου 2009, όπου και παρέμεινα μέχρι το Νο 272, Νοεμβρίου 2012. Λίαν προσφάτως ξεκίνησα συνεργασία μ’ ένα άλλο περιοδικό, το Retroplanet, που αποτελεί σπουδαίο επίτευγμα των μελών του Amigaplanet.gr, καθότι μιλάμε για μία ερασιτεχνική προσπάθεια, που κυκλοφορεί σε μόλις 100 αντίτυπα ανά τεύχος, καταφέρνοντας εντούτοις να βγαίνει σε έντυπη μορφή, κάτι που, προτού φτάσει να συμβεί, φάνταζε από τρομακτικά δύσκολο έως τελείως απίθανο.

Η συνεργασία μου με το PC Master προέκυψε κατόπιν πρωτοβουλίας του Χρήστου Κουβόπουλου. Έχοντας διαβάσει κάποια κείμενά μου στο Phoenix και ψάχνοντας τότε άτομο για να αναλάβει τη RetroGaming στήλη του περιοδικού, μου έκανε τη σχετική πρόταση. Δέχθηκα μονομιάς και τελικά μαζί με την Retro Gamingανέλαβα και την Trouble Shooter, ενώ αρκετά τεύχη αργότερα ο Χρήστος με τίμησε εκ νέου, αναθέτοντάς μου και τις Adventure Codex και User Power στήλες, φανερώνοντας εμπράκτως την εμπιστοσύνη του στο πρόσωπό μου.

Για ένα έτος διατηρούσα τέσσερις στήλες στο περιοδικό, χώρια τα reviews και τα ειδικά θέματα που έγραφα. Ήταν κάτι που κατά το ξεκίνημά μου στο περιοδικό δε μπορούσα με τίποτα να φανταστώ ότι θα συνέβαινε. Στο σημείο αυτό δε πρέπει να παραλείψω ν’ αναφέρω ότι όταν ο Χρήστος ρώτησε τον –απερχόμενο τότε- Νότη “Olorin” Χαλκίδη για εμένα, αν θα μπορούσα δηλαδή κατά τη γνώμη εκείνου να αναλάβω τη RetroGaming στήλη, η απάντηση του τελευταίου υπήρξε απολύτως θετική. Δεν το λησμονώ ποτέ, καθότι πιθανότατα έπαιξε καταλυτικό ρόλο στο ξεκίνημα της συνεργασίας μου με το PC Master.

–         Ενώ το PC Master με αρχισυντάκτη τον κ. Κουβόπουλο και την προτελευταία ομάδα συντακτών, έδειχνε μία συνεχώς ανοδική πορεία, ξαφνικά σύσσωμη η συντακτική ομάδα αποχώρησε. Tί οδήγησε σ’ αυτή την απόφαση; Αισθανθήκατε πως η δουλειά σας δεν εκτιμήθηκε όσο “έπρεπε”, ή ήταν καθαρά και απόλυτα οικονομικοί οι λόγοι; Θα επέστρεφες στο περιοδικό σε μία πιθανή πρόταση συνεργασίας στο μέλλον;

Είναι γεγονός ότι με επικεφαλή τον Χρήστο Κουβόπουλο σχηματίστηκε μία πάρα πολύ καλή και αποδοτική συντακτική ομάδα, τα μέλη της οποίας δέσαμε άψογα μεταξύ μας. Αυτό αποτυπώθηκε και στο περιοδικό, με την ανοδική πορεία που ανέφερες. Η αποχώρηση σύσσωμης της ομάδας, κάτι που μάλλον υπήρξε και πρωτοφανές για τα ελληνικά δεδομένα, αλλά αποτέλεσε προϊόν σοβαρής και ώριμης συζήτησης μεταξύ των έντεκα μελών που απαρτίζαμε τη συγκεκριμένη ομάδα, ήρθε ως αποτέλεσμα της πλήρους αδυναμίας συνεννόησης με τους ιθύνοντες της εταιρείας, πάνω σε σημαντικά ζητήματα, ασφαλώς οικονομικής φύσεως.

Το όλο ζήτημα επί της ουσίας ήταν εξαιρετικά απλό: H Compupress, όπως σχεδόν κάθε εταιρεία, έδειξε να ασπάζεται πλήρως και απόλυτα το ρητό που λέει «ουδείς αναντικατάστατος», οπότε όταν θελήσαμε να επέλθει μία οριστική λύση στο χρόνιο πρόβλημα που αντιμετωπίζαμε με το ζήτημα της καταβολής των δεδουλευμένων μας, προτίμησε να μας αφήσει να φύγουμε, προσλαμβάνοντας άλλα άτομα  στη θέση μας, με τους οικονομικούς όρους που εκείνη έθεσε. Αν ήθελε να μας κρατήσει, άρα και να δείξει έμπρακτα  την εκτίμησή της προς το πρόσωπό μας, θα αρκούσε να βάλει άμεσα σε μία σειρά τις οικονομικές εκκρεμότητές της απέναντί μας, κάτι όμως που δε συνέβη. Εκεί ουσιαστικά έριξε και την αυλαία συνεργασίας μεταξύ των δύο πλευρών.

Συνολικά όμως, από άποψη εμπειρίας, είμαι πολύ ικανοποιημένος από το πέρασμά μου από το PCMaster, καθώς στους 38 μήνες που παρέμεινα στις τάξεις του έκανα πολλά περισσότερα πράγματα απ’ όσα μπορούσα να φανταστώ τον Οκτώβριο του 2009 που ξεκινούσα την αρθρογραφία μου σε αυτό, ενώ μου δόθηκε η ανεκτίμητη ευκαιρία να γνωρίσω δέκα εξαιρετικά άτομα, με τα οποία συνεργάζομαι μέχρι σήμερα. Οπότε κάθε άλλο παρά πίκρα υπάρχει.

Για το ζήτημα της ενδεχόμενης επιστροφής, αρχικά θέλω να τονίσω ότι, από συντακτικής άποψης, αντιλαμβάνομαι και εντάσσω τον εαυτό μου πλέον καθαρά ως μέλος της συγκεκριμένης ομάδας, οπότε δε θα μπορούσα ποτέ να σκεφτώ και να συζητήσω πιθανή δική μου επιστροφή και μόνο. Εκτός αυτού όμως, όποτε παίρνω την απόφαση να αποχωρήσω από κάπου, γνωρίζω μέσα μου ότι έχω κάνει τον κύκλο μου, έχω καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια να φτάσω σε μία συνεννόηση με την άλλη πλευρά, έχω αξιολογήσει με ψυχραιμία τα γεγονότα κι έχω καταλήξει σε αυτή την απόφαση κατόπιν ώριμης σκέψεως. Αυτό ακριβώς συνέβη και με το PC Master. Άρα λοιπόν, από κάθε πλευρά, η απάντηση είναι αρνητική, δεν θα επέστρεφα. Ήταν πολύ καλή εμπειρία για όσο κράτησε, αλλά ολοκληρώθηκε το 2012.

Πολλοί μπορεί να νομίζουν ότι με τον Άλκη Πολυράκη έχουμε να χωρίσουμε το παραμικρό. Το οποίο φυσικά μόνο λάθος είναι, καθότι γνωριζόμαστε αρκετά χρόνια. Εδώ σε έκθεση retro computers το 2012…
Πολλοί μπορεί να νομίζουν ότι με τον Άλκη Πολυράκη έχουμε να χωρίσουμε το παραμικρό. Το οποίο φυσικά μόνο λάθος είναι, καθότι γνωριζόμαστε αρκετά χρόνια. Εδώ σε έκθεση retro computers το 2012…

–         Σύντομα ιδρύθηκε το Ragequit.gr  από την αποχωρήσασα συντακτική ομάδα του PC Master. Το “παρεΐστικο” κλίμα του περιοδικού διατηρείται στην σελίδα, τα άρθρα είναι προσεγμένα και μέσα στο “πνεύμα των καιρών”. Θέλατε να δηλώσετε κάτι με την δημιουργία ενός PC oriented site με το συγκεκριμένο όνομα;

Έτσι ακριβώς έγινε, τo Ragequit.gr αποτέλεσε το επόμενο βήμα μας μετά το PC Master και άπαντες δηλώνουμε σήμερα υπερήφανοι γι’ αυτό. Υπήρξε προϊόν γρήγορης, αλλά ιδιαίτερα εύκολης -καθότι οι στόχοι και οι επιθυμίες μας συμπίπτανε- συνεννόησης, οπότε και μπήκε σε φάση σχεδιασμού λίγες μόλις ημέρες μετά την αποχώρησή μας από το περιοδικό. Δεν υπάρχει καμία εταιρεία, ούτε και οποιουδήποτε άλλου τύπου support από πίσω, ανήκει στο συγκεκριμένο team και μόνο και το ίδιο θα συνεχίσει να κάνει για όσο θα υφίσταται.

Είναι το ψηφιακό μας παιδί, που μπορεί να υπερηφανεύεται για την απόλυτη ανεξαρτησία του και την αδέσμευτη κριτική που από μέρους μας ασκείται σε παιχνίδια, αλλά και πάσης φύσεως PC oriented προϊόντα, μέσα από τα game reviews και τα υπόλοιπα κείμενά μας.

Κι επειδή δε πρέπει και δεν υπάρχει ο παραμικρός λόγος να κρυβόμαστε πίσω από το δάκτυλό μας, ναι, η ονομασία του είχε να κάνει με τις εξελίξεις εκείνων των ημερών και τα συναισθήματα που μας είχαν κατακλύσει και μας οδήγησαν στη σημαντική απόφαση της αποχώρησης. Την ίδια στιγμή όμως, μας άρεσε πολύ ως τίτλος, οπότε και αποφασίσαμε να τον υιοθετήσουμε.

–         Ποια είναι η γνώμη σου για το PC Master, όπως έχει διαμορφωθεί σήμερα; Θεωρείς πως το περιοδικό θα ακολουθήσει κάποια στιγμή την πορεία του Computer Για Όλους; Μία ενδεχόμενη κυκλοφορία του PC Master μόνο σε ψηφιακή μορφή θα είχε κάποιο θετική επίδραση στην ύλη του περιοδικού (αύξηση των σελίδων, επαναφορά παλαιών στηλών κλπ), ή θα σήμαινε το τέλος του περιοδικού, όπως το μάθαμε και το αγαπήσαμε;

Γνωρίζοντας πρόσωπα, πράγματα αλλά και συνθήκες δουλειάς, μπορώ μετά βεβαιότητας να σου πω ότι τα παιδιά που γράφουν αυτή την περίοδο πραγματικά κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν. Ξέρεις, είναι πολύ εύκολο να διαμαρτύρεσαι (αλλά και να αποθεώνεις αντίστοιχα), όταν είσαι στην όχθη του αναγνώστη, χωρίς, απολύτως δικαιολογημένα, να γνωρίζεις κάποιες σημαντικότατες παραμέτρους. Μετά το πέρασμά μου από το περιοδικό, είμαι σε θέση να κάνω μία πιο συνολική αποτίμηση κι αξιολόγηση του έργου τους κι αυτό, όπως προείπα, κινείται σε υψηλά επίπεδα.

Επειδή όμως ποτέ δεν είναι όλοι ίδιοι σε μία ομάδα, εννοείται ότι και στη συγκεκριμένη υπάρχουν άτομα που ξεχωρίζουν κι άλλα που μένουν πίσω, παρασυρόμενα κι από μία ανεξήγητη έπαρση, η οποία πιθανώς δικαιολογείται από το νεαρό της ηλικίας τους και τον ενθουσιασμό που δημιουργεί η «γράφω-στο-PC Master» κατάσταση. Εκείνο που με χαροποιεί ιδιαίτερα είναι ότι τα adventure games έχουν τρεις “εκπροσώπους”-reviewers,  τον Άλκη Πολυράκη, τον Αντώνη Βαλασιάδη και τη Μαρίλη Νίκολη. Έχοντας διαβάσει κείμενα και των τριών, μπορώ αβίαστα να πω ότι τα πάνε περίφημα.

Αναφορικά με την πιθανότητα να μεταβεί το περιοδικό σε αποκλειστικά ψηφιακή μορφή, το πρώτο που πρέπει να πούμε είναι ότι, αν πραγματοποιηθεί, δε θα έχει σε τίποτα να κάνει με τη δουλειά, και το επίπεδο αυτής, από μέρους των παρόντων συντακτών. Είναι σχεδόν νομοτελειακό να συμβεί, ειδικά από τη στιγμή που μοιάζει πολύ δύσκολο να καταφέρει να προσελκύσει νέο κοινό και βασίζεται σε μία συγκεκριμένη δεξαμενή αναγνωστών.

Ένα ψηφιακό PC Master θα είχε μεγαλύτερη ευχέρεια να αυξήσει την ύλη του, αφού θα απαλλασσόταν από άλλα, δυσβάσταχτα ίσως, έξοδα. Δεν εννοώ φυσικά τις αμοιβές των συντακτών, αλλά τα έξοδα αγοράς χαρτιού, εκτύπωσης και διανομής. Από την άλλη βέβαια, το οποιοδήποτε ψηφιακής μορφής περιοδικό δεν έχει την αίγλη που έχει εκείνο που κυκλοφορεί σε χαρτί, οπότε ένα μέρος του PC Master, όπως το γνώρισε και το αγάπησε το κοινό για περισσότερες από δύο δεκαετίες, αναπόφευκτα θα χανόταν κατόπιν μίας τέτοιας μετάβασης.

–         Γνωρίζεις προσωπικά τον Ανδρέα Παρασκευά Τσουρινάκη; Μια και είσαι adventurάς κι εσύ, τι γνώμη έχεις για τα reviews του; Έπαιξαν ρόλο στην ενασχόληση σου με τα adventure games;

Δεν γνωριζόμαστε προσωπικά. Έχουμε μιλήσει μία φορά στο τηλέφωνο, προ 5 ετών, αν θυμάμαι καλά. Τη γνώμη μου για το πρόσωπό του την έχω εκφράσει κατ’ επανάληψη: Γαλούχησε μία ολόκληρη γενιά gamers, μας έμαθε τι σημαίνει adventure game, υποστήριξε το είδος όσο κανένας άλλος. Άλλωστε διέγραψε μία πορεία 20 ετών ως συντάκτης, κάτι που από μόνο του λέει πολλά.

Επειδή όμως δε με ρώτησες για τον ίδιο, αλλά για τα reviews του, θα σου πω το εξής: Εκτός των διαφόρων άλλων παραγόντων αξιολόγησης, καθένας κρίνεται και αξιολογείται σε απόλυτη συνάρτηση με την εποχή κατά την οποία δραστηριοποιείται. Μ’ αυτό που μόλις είπα εννοώ ότι ο κ. Τσουρινάκης, όπως φυσικά και οι υπόλοιποι reviewers των παλαιότερων χρόνων, αναμφίβολα ευνοήθηκαν από τη μη ύπαρξη του internet, άρα και το πολύ πιο περιορισμένο εύρος σύγκρισης.

Ειδικά δε στην περίπτωση του συγκεκριμένου ανθρώπου, σ’ εμένα δημιούργησε την αίσθηση ότι υπέπεσε στο εξής λάθος: Την εποχή της κρίσης των adventures games, τέλη 90’s-αρχές 00’s, όπου οι ποιοτικοί τίτλοι της κατηγορίας είχαν συρρικνωθεί τρομερά, την ίδια στιγμή που και οι πραγματικά αξιόλογοι πέφτανε θύματα κάκιστων κριτικών από μεγάλη μερίδα του ξένου τύπου, εκείνος τράβηξε τον ακριβώς αντίθετο δρόμο, ξεκινώντας ουσιαστικά τη βαθμολόγηση ενός παιχνιδιού από το 90%, ως μίας μορφής αντίδραση από μεριάς του στα παραπάνω δύο γεγονότα, που βυθίζανε το είδος. Αποτέλεσμα αυτού ήταν να δούμε τίτλους σαν το “Escape from Monkey Island” να λαμβάνουν 99%. Εννοείται ότι καθενός η γνώμη είναι απολύτως σεβαστή κι αν ο βαθμός αυτός τον εξέφραζε, πολύ καλώς τον έβαλε. Έχω όμως κι εγώ το δικαίωμα να θεωρώ ότι έφτασε στην υπερβολή κι ότι την ίδια στιγμή χαμήλωσε αισθητά τη σημασία και τη βαρύτητα της 90+% βαθμολογίας, αφού ήταν συνεχώς παρούσα στα reviews του.

Κάτι ακόμη που δε κατάλαβα ποτέ, είναι η εναντίωσή του απέναντι στο αναγνωστικό κοινό, στην περίφημη ιστορία των spoilers. Εφόσον ως συντάκτης απευθύνεσαι ακριβώς στους αναγνώστες του εντύπου όπου αρθρογραφείς κι εκείνοι, από ένα σημείο κι έπειτα -και με συνεχώς αυξανόμενη ένταση- σου ζητούν να μη φανερώνεις, μέσω screenshots, βασικά σημεία και αποκαλύψεις που σχετίζονται με ένα παιχνίδι, ούτε και να αναφέρεις στο κείμενό σου σημεία-κλειδιά της υπόθεσης, δε μπορώ να ερμηνεύσω για ποιο λόγο μπορεί εσύ να κρατάς μία στάση του στυλ «εγώ έτσι είμαι, δε καταλαβαίνω γιατί οργίζεστε, δε μπορώ να παρακολουθήσω αυτή τη μόδα των spoilers» κτλ κτλ. Μοιάζει με πείσμα, το οποίο είναι λιγάκι ανεξήγητο.

Διευκρινίζω εδώ ότι όλα τα παραπάνω αφορούν στον adventure game reviewer Τσουρινάκη, καθώς με τα RPG δεν έχω την παραμικρή σχέση, οπότε και δε διάβαζα τα σχετικά reviews. Εκτός όμως των reviews, δε πρέπει να λησμονούμε ότι η δραστηριότητά του επεκτεινόταν και σε κάποιους άλλους, ιδιαιτέρως χρήσιμους, τομείς, όπως στην παροχή βοηθείας προς αναγνώστες, προκειμένου να περάσουν ένα σημείο όπου είχαν κολλήσει. Το να φορτώνεις και να ξαναπαίζεις, έστω και για λίγο, κάποιο παιχνίδι, προκειμένου να μπορείς να βοηθήσεις έναν αναγνώστη και να το πράττεις αυτό κάθε μήνα και σε ευρεία κλίμακα, είναι τρομακτικά χρονοβόρο και αφόρητα κουραστικό και του βγάζω το καπέλο για τ’ ότι το πραγματοποίησε με μεγάλη συνέπεια για μακρό χρονικό διάστημα.

Μπορεί λοιπόν τα reviews του να μην ήταν τα καλύτερα που έχουν υπάρξει, η εποχή που σηματοδότησε το ξεκίνημά του να μην είχε καμία σχέση με τη σημερινή και ο τρόπος βαθμολόγησής του να ξέφυγε από ένα σημείο κι έπειτα, τίποτα απ’ αυτά όμως δεν αναιρεί τ‘ ότι αναμφίβολα υπήρξε μία σπουδαία, ιδιαίτερη και πλήρως αναγνωρίσιμη προσωπικότητα του χώρου, με σημαντική πορεία, με αγάπη γι’ αυτό που έκανε, με γραφή που συχνά υπήρξε αφηγηματική και με έντονα ταξιδιάρικο χαρακτήρα και βέβαια ένας άνθρωπος που επηρέασε πάμπολλους games. Εννοείται ότι μέσα σε αυτούς ήμουν κι εγώ και του χρωστάω τεράστιο μέρος της αγάπης που τρέφω για τα adventure games.

Ξέρω καλά ότι μπορεί κάποιος, διαβάζοντας τα παραπάνω, να νομίσει ότι πήραν τα μυαλά μου αέρα και ότι σπεύδω να εκφέρω άποψη περί του κ. Τσουρινάκη, μέσα από ένα πολύ ιδιαίτερο πρίσμα, επειδή τάχα διακατέχομαι από κάποιο αίσθημα ανταγωνισμού απέναντί του. Εννοείται ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει, απλά όλοι κρινόμαστε από τους άλλους και φυσικά σε καμία περίπτωση δεν υποτιμώ το τεράστιο έργο του, μέσα από την 20ετή παρουσία του στον χώρο.

–         Η αιτία που αποχώρησε από το περιοδικό, εντελώς ξαφνικά (για εμάς τους αναγνώστες τουλάχιστον), είναι ίδια με την αιτία που αποχωρήσατε και εσείς;

Δεν το γνωρίζω, δεν το ρώτησα και, για να πω και την αλήθεια, δε με απασχόλησε ποτέ, καθότι, όπως προείπα, δεν είχα μαζί του τη σχέση που έχω με τα άλλα παιδιά της συντακτικής ομάδας της οποίας υπήρξα μέλος. Θεωρώ άλλωστε ότι, αν ήθελε, θα μπορούσε να έχει ενημερώσει ο ίδιος τους αναγνώστες του για τους λόγους που τον οδήγησαν στο “διαζύγιο” με το περιοδικό.

–         Ποια είναι η πιο “έντονη” ανάμνηση από τα χρόνια σου στο PC Master;

Δε μπορώ με τίποτα να ξεχωρίσω μία, καθότι έχω πολλές έντονες στιγμές να θυμάμαι.

Μία εξ’ αυτών υπήρξε το τεύχος 270, Απριλίου 2012, όπου είχα γράψει 31 σελίδες, οπότε τον μήνα που προηγήθηκε της έκδοσής του συνέτασσα άρθρα σε σχεδόν καθημερινή βάση και με εντατικότατους ρυθμούς. Δε γίνεται επίσης να ξεχάσω τα hardware άρθρα που ξεκίνησα να κάνω για λογαριασμό του περιοδικού, που τύγχανε θερμότατης υποδοχής από το αναγνωστικό κοινό. Μάλιστα το τρίτο εκ των τεσσάρων συνολικά που συνέταξα, εκείνο περί VGAs, με τον τίτλο “The VGA Testing Arena”, περιλαμβανόταν στο τεύχος που μόλις ανέφερα, το 270. Πολλή δουλειά, άπειρες ώρες δοκιμών και μετρήσεων, αλλά το αποτέλεσμα αναμφίβολα άξιζε τον κόπο.

Θυμάμαι επίσης τον ενθουσιασμό μου για την αποδοχή, από μέρους του Χρήστου Κουβόπουλου, της πρότασης που έκανα να ξεκινήσουμε τον θεσμό των συνεντεύξεων, κάτι που πραγματοποιήθηκε στο τεύχος 273 με τον Theodor Waern, της Σουηδικής Sky Goblin. Χαίρομαι που καθιερώθηκε στη συνέχεια, καθότι πίστευα κι εξακολουθώ να πιστεύω ότι οι συνεντεύξεις με δημιουργούς έχουν τη δική τους αίγλη.

Πρόσθεσε στα δύο παραπάνω και τη δημιουργία της Editor’s Roundtable, που αποτέλεσε πρόταση του Αλέξανδρου “Admiral” Γκέκα και θα καταλάβεις ότι εκείνη η ομάδα κατά τη θητεία της έβαλε τη δική της σφραγίδα στο έντυπο, ενώ παράλληλα είχε την τύχη να διαθέτει για αρχισυντάκτη έναν άνθρωπο που είχε αφ’ ενός τον τρόπο να συνεννοείται με τον καθέναν μας, αφ’ ετέρου τη διάθεση να συζητά -και να υιοθετεί τελικά- προτάσεις  συνεργατών του. Όλα αυτά συνέθεσαν μία ευχάριστη ανάμνηση που επίσης κρατώ.

Εννοείται βέβαια ότι δε μπορώ ν’ αφήσω απ’ έξω το πρώτο μου review για το περιοδικό, εκείνο του “Painkiller Resurrection”, όπως επίσης και το πρώτο adventure game review, για το “The Whispered World”. Την τριάδα συμπλήρωσε το review για την special editionτου “Monkey Island 2-Le Chuck’s Revenge”. Τους λόγους του ενθουσιασμού μου, σε καθεμία των τριών περιπτώσεων, είναι μάλλον περιττό να τους αναλύσω.

Αξέχαστες μου έχουν μείνει και οι διαμαρτυρίες που έλαβα στο προσωπικό μου mail για τη βαθμολογία που έβαλα στο “Gray Matter” (75%, τεύχος 255). Οι αναγνώστες, όντας συνηθισμένοι στις πολύ υψηλές βαθμολογίες του κ. Τσουρινάκη, θεώρησαν ότι “έθαψα” το συγκεκριμένο παιχνίδι. Στη συνέχεια βέβαια αντιλήφθηκαν ότι είχα κι εγώ τον δικό μου, προσωπικό, τρόπο βαθμολόγησης, που απλά διέφερε σε σχέση με εκείνον του κ. Τσουρινάκη.

Εκτός όλων των παραπάνω, ξεχωριστή στιγμή αποτέλεσε και το αφιέρωμα στα ελληνικά περιοδικά για videogames, που κάναμε στο τεύχος 250. Το σπίτι μου θύμιζε αποθήκη κατά τη φάση συγγραφής του εν λόγω άρθρου, αφού είχα συγκεντρώσει στοίβες περιοδικών που μελετούσα!

–         Πριν επτά χρόνια περίπου, η Compupress έκανε μία προσπάθεια να εισέλθει στον κόσμο των κονσολών, με το περιοδικό Play ON! Ένα έντυπο που έμοιαζε πολύ σε δομή και στήσιμο με το PC Master, ενώ κάποιοι συντάκτες ήταν κοινοί στα δύο περιοδικά. Δυστυχώς δεν κράτησε πολύ. Το έχεις διαβάσει; Ποια η άποψη σου;

Διάβασα και τα έξι τεύχη που πρόλαβε να βγάλει, στα πλαίσια του αφιερώματος που ανέφερα μόλις παραπάνω. Είχε πραγματικά πάμπολλες ομοιότητες σε εμφάνιση και στήσιμο με το PC Master και, αν δε γνώριζα την τύχη του, θα στοιχημάτιζα ότι θα διέγραφε επιτυχημένη πορεία. Νομίζω το αδίκησαν κατάφωρα οι ιθύνοντες της Compupress, αποφασίζοντας τη διακοπή του τόσο πρόωρα.

…κι εδώ σ’ ένα από τα αξέχαστα Sensible World of Soccer Gatherings που διοργανώσαμε το 2009
…κι εδώ σ’ ένα από τα αξέχαστα Sensible World of Soccer Gatherings που διοργανώσαμε το 2009

–         Ποιος είναι ο ρόλος σου στο Ragequit.gr; Υπάρχει κάποιος ‘’γενικός συντονιστής’’ ή, ας πούμε, “αρχισυντάκτης’’ για τον συντονισμό των άρθρων και της ύλης γενικότερα;

Όχι, η δομή μας δε περιλαμβάνει τέτοιο ρόλο για κάποιον. Λειτουργούμε απολύτως ισότιμα, με καθέναν εκ των έντεκα ιδρυτών να έχει ίδιο και ισότιμο ρόλο με τους υπόλοιπους. Είναι ευχής έργον που έχουμε μία άψογη συνεννόηση μεταξύ μας, δίχως εσωτερικές διαφωνίες, κόντρες και προστριβές. Βέβαια πρέπει να πω ότι το τελευταίο δε με εξέπληξε, καθώς ήξερα, από τον καιρό της ομόφωνης απόφασής μας για αποχώρηση από το PC Master, ότι η εν λόγω ομάδα διαθέτει σύμπνοια και κοινή γραμμή, οπότε η αρμονική μας συνύπαρξη ήρθε ως απολύτως φυσικό επακόλουθο.

–         Υπάρχουν συγκεκριμένοι στόχοι για το μέλλον, σ’ ότι αφορά το Ragequit.gr;  Έχετε συζητήσει την προοπτική κυκλοφορίας μιας έντυπης έκδοσης; Ενός περιοδικού;

O κύριος και βασικός στόχος είναι να παραμείνουμε τελείως ανεξάρτητοι, δίχως να εξυπηρετούμε το παραμικρό συμφέρον. Οποιαδήποτε εταιρεία νομίσει, ή πιστέψει, ότι θα μας χτυπήσει αύριο μεθαύριο την πόρτα, με σκοπό να κερδίσει εύνοια από μεριάς μας πάνω στα προϊόντα της, θα βρεθεί προ εκπλήξεως. Φυσικά, για να μη παρεξηγηθώ και βγει, μέσα από τα λεγόμενά μου, λανθασμένη εικόνα προς τα έξω για το Ragequit, κάθε άλλο παρά μη δεκτικοί είμαστε στην οποιαδήποτε περίπτωση διαφήμισης, μέσω banner ή background art, εταιρείας στο site. Απλά αυτό δε θα σημαίνει, σε καμία περίπτωση, τίποτα περισσότερο, σε οποιοδήποτε άλλο επίπεδο.

Δεν έχουμε θέσει μεγαλεπήβολους στόχους για το site, προτιμούμε να είμαστε ρεαλιστές. Άλλωστε εκείνο που εξ’ αρχής μας ενδιέφερε, ήταν να καταφέρουμε να δημιουργήσουμε μία ζεστή κι αγαπημένη κοινότητα, που θα καθιστούσε το Ragequit μία όμορφη, έστω και μικρή, γωνιά στον απέραντο κόσμο του διαδικτύου. Νομίζω ότι αυτό, μέρα με τη μέρα, το καταφέρνουμε.

Οι ρυθμοί ανάπτυξής του ιστότοπου ικανοποιούν τις προσδοκίες μας, η συμπεριφορά των μελών μας είναι υποδειγματική, οι δωρεές κωδικών για παιχνίδια, που αποτελούν και το σήμα κατατεθέν μεταξύ των μελών μας (αν μου βρεις έστω κι ένα site που έχει να παραθέσει κάτι ανάλογο μ’ αυτό που συμβαίνει στο Ragequit, εγώ θα κόψω την κοτσίδα μου) καλά κρατούν και γενικά πιστεύουμε ότι είμαστε σε πολύ σωστό δρόμο.

Μάλιστα, η εμπιστοσύνη και η διάθεση συνεργασίας που δείχνουν οι απανταχού developers μαζί μας, με την άμεση αποστολή reviewcodes, οποτεδήποτε τους ζητήσουμε κάτι τέτοιο, φανερώνουν ότι η εικόνα που βγαίνει προς τα έξω είναι θετική. Κι εδώ μου δίνεται η ευκαιρία να τονίσω ότι θα ήταν πολύ ευχάριστο να φανερώνανε και οι εγχώριες εταιρίες παρόμοια συμπεριφορά, αλλά με την εξαίρεση μίας-δύο, οι υπόλοιπες μάλλον μας περιφρονούν. Τον λόγο που συμβαίνει αυτό μόνο εκείνες τον γνωρίζουν. Από μεριάς μας θα συνεχίσουμε να προσπαθούμε να αλλάξουμε την κατάσταση, δίχως όμως να φτάσουμε στο σημείο να παρακαλέσουμε τον οποιονδήποτε.

Η έντυπη έκδοση του Ragequit.gr είναι ένα όνειρο, που, ποιος ξέρει, μπορεί κάποτε να γίνει πραγματικότητα. Αν κάποιος εκδότης θεωρήσει ότι αξίζει να στήσει ένα περιοδικό γύρω από τη συγκεκριμένη συντακτική ομάδα, με τη δουλειά που αυτή κάνει, δε θα αποκλείαμε τη συζήτηση των όρων συνεργασίας μαζί του. Ακόμη καλύτερο βέβαια θα ήταν να μπορούσαμε να το πράξουμε εμείς από μόνοι μας, αλλά, ας μη κοροϊδευόμαστε, αυτό είναι εξαιρετικά δύσκολο να το καταφέρουμε. Το φωτεινό παράδειγμα του Retroplanet όμως, δείχνει σε όλους μας ότι τίποτα δεν είναι -και δε πρέπει να θεωρείται- αδύνατο.

–         Ποια είναι η άποψη σου για την “ελληνική ρετροκοινότητα” (αν αυτό υφίσταται σαν όρος); Ο αριθμός των retrosites και retroforums είναι δυσανάλογος με τον αριθμό των ατόμων που ασχολούνται με τα retro στην Ελλάδα;

Σαν να μου φαίνεται ότι θες να ανοίξεις πληγές τώρα εσύ, ε; Όπως σε πολλά άλλα πράγματα, έτσι και σ’ αυτό τον τομέα εμείς οι Έλληνες επιβεβαιώνουμε ότι δε μπορούμε να συνυπάρξουμε πολλοί μαζί και δε θα αργήσει να έρθει η ώρα της διάσπασης.

Δες το λογικά: Δε μπορεί να έχουμε τέσσερα-πέντε sites retro περιεχομένου, τρία sites αποκλειστικά αφιερωμένα στην Amiga κτλ. Πολλά δεν είναι; Βέβαια, για να είμαι ειλικρινής και απολύτως δίκαιος, στην περίπτωση των retro sites-forums, ήταν μάλλον νομοτελειακό να συμβεί, καθότι οι διαχειριστές εκείνων που πρωτοεμφανίστηκαν, έκαναν τόσα πολλά και χονδροειδή λάθη, που ήταν θέμα χρόνου να σηκωθούν να φύγουν ορισμένοι χρήστες, δημιουργώντας στη συνέχεια κάτι νέο και διαφορετικό, ειδικά όσον αφορά στον τομέα της νοοτροπίας και της διαχείρισης.

–         Ποιες σελίδες, retroπεριεχομένου, ελληνικές και μη, επισκέπτεσαι συχνά;

To Retrocomputers.gr, του φίλου μου του Φώτη (Fotis_KFOR), τη δική σας σελίδα, το mame.gr, αν μπορεί κι αυτό να συμπεριληφθεί στις retro περιεχομένου σελίδες, ενώ στον τομέα της Amiga αποτελώ μέλος του Amigaplanet.gr. Εκεί σταματά και η ενασχόλησή μου με το retro, καθότι δεν επισκέπτομαι καμία σχετική σελίδα του εξωτερικού.

–         Τελικά να βάλω στο PC μου Thermal takeτροφοδοτικό;

Να βάλω στο αυτοκίνητό μου λάστιχα β’ κατηγορίας; Ή λες ότι η ποιότητα αυτών παίζει κομβικό ρόλο;

–         Θα ανακάμψει ποτέ ο ειδικός Τύπος στην Ελλάδα; Τα περιοδικά με την παραδοσιακή μορφή τους, έφτασαν στο τέλος τους;

Διακρίνω μία έντονη μελαγχολία πάνω στο ζήτημα, ή κάνω λάθος; Στο τέλος τους δε ξέρω αν έφτασαν ή θα φτάσουν σύντομα, εκείνο που γνωρίζω καλά είναι ότι έχει έρθει η ώρα να ξεχωρίσει η φύρα από το στάχυ. Δε γίνεται να έχουμε 100+ διαφορετικά περιοδικά στην Ελλάδα, όπως συνέβαινε την εποχή των παχιών αγελάδων.

Ήταν μία απίστευτη υπερβολή ορισμένων ετών, μέσα στις τόσες άλλες που έχουμε ως χώρα και ως λαός κι ήρθε η ώρα να φτάσει στο τέλος της. Ο καλός και ικανός όμως πάντοτε ξεχωρίζει κι επιβιώνει, αρκεί φυσικά να αναζητήσει τον τρόπο και τη σωστή συνταγή για να το επιτύχει. Κανείς δε σώθηκε καθήμενος με σταυρωμένα χέρια και περιμένοντας μοιρολατρικά το αναπόφευκτο, πόσο μάλλον αν έχει δείξει ότι αγνοεί πλήρως το ρητό που λέει «ομάδα που κερδίζει, δεν αλλάζει».

–         User ή Pixel;;;

Την εποχή της κυκλοφορίας τους, User. Χρόνια αργότερα όμως, διαβάζοντας εκ νέου τεύχη των δύο αυτών εντύπων, συνειδητοποίησα πόσο μεγάλη απόσταση είχαν μεταξύ τους. Μ’ άλλα λόγια, το Pixel ήταν ξεκάθαρα ανώτερο, χωρίς βέβαια να κινείται στο μυθικό επίπεδο που έφτασε να αγγίξει, το οποίο, σε μία ακόμη περίπτωση, οφειλόταν στην υπερβολή από μέρους των αναγνωστών, αλλά και στην απουσία του internet.

Όσον αφορά στο User δε, αν το εξετάσει κανείς ψύχραιμα, μακριά από περιττούς συναισθηματισμούς, λόγω του ότι το διάβαζε όταν ήταν πιτσιρίκι, επρόκειτο, ειδικά από ένα σημείο κι έπειτα, για ένα χαμηλής ποιότητας έντυπο.

–         Ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο σου! Κλείσε την κουβέντα μας  όπως θέλεις!

Θέλω να σ’ ευχαριστήσω για μία ακόμη φορά για την όμορφη –και μακροσκελή- κουβέντα που κάναμε και τις ενδιαφέρουσες ερωτήσεις που μου υπέβαλλες. Εύχομαι ότι καλύτερο στην πορεία της ιστοσελίδας σας, εκφράζοντας παράλληλα τον απεριόριστο θαυμασμό μου για την εκπληκτική δουλειά που κάνετε όσον αφορά στο σκανάρισμα εντύπων του παρελθόντος, που έχουν ως θεματικό αντικείμενο το αγαπημένο μας χόμπι. Πολλά μπράβο!

 

 

NiCkeD

6 thoughts on “ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ – ΜΑΝΟΣ ΚΑΡΚΑΛΕΜΗΣ

  • January 24, 2014 at 8:59 pm
    Permalink

    “Λες και δε θυμόμαστε τις πατάτες που είχαν κυκλοφορήσει και τότε, ή δε βλέπουμε εκπληκτικά παιχνίδια και σήμερα.”

    Χαχαχαχχα Θεόςςςςς!!!!!

  • N
    January 24, 2014 at 9:37 pm
    Permalink

    Ειπώθηκαν πολλές αλήθειες 😉
    Χορταστική συνέντευξη
    Να ευχαριστήσω τον Μάνο για την τιμή που μας έκανε 🙂

  • M
    January 24, 2014 at 10:53 pm
    Permalink

    Εγώ πρέπει να σας ευχαριστήσω για την πολύ ωραία αυτή συνέντευξη, που μου έδωσε την ευκαιρία να πω κάποια πράγματα, να ξεκαθαρίσω κάποια άλλα, όπως και να μοιραστώ μαζί σας εμπειρίες από το -όχι και τόσο μακρινό- παρελθόν.

    Είναι όμορφο -και χρήσιμο- να γυρνάς πίσω και να θυμάσαι στιγμές και γεγονότα που σχετίζονται με μία δραστηριότητά σου που σίγουρα αποτελεί θετικότατη εμπειρία, αλλά και να σου δίνεται η ευκαιρία να μιλήσεις για κάτι που έχεις δημιουργήσει με πολλή προσπάθεια σε συνεργασία με κάποια άλλα παιδιά. Και πάλι σας ευχαριστώ!

  • January 28, 2014 at 10:33 pm
    Permalink

    Χαιρετίσματα στο Μάνο και από εμένα…Πολύ όμορφη συνέντευξη . Έχω να πω ότι πρόκειται για ένα αξιόλογο άτομο και γνώστη της ρετρο-σκηνής μιας και είχα την ευκαιρία να τον γνωρίσω και από κοντά στην Retrosystem 2011.

  • M
    January 29, 2014 at 4:16 pm
    Permalink

    Χαίρομαι που η συνέντευξη, εκτός των άλλων, μου δίνει την ευκαιρία να ανταλλάξω χαιρετισμούς με παλιούς γνώριμους! Ευχαριστώ για τα καλά λόγια παιδιά, να ‘στε καλά!

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.